Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Η νηστεία κατά τoυς Πατέρες της Εκκλησίας





NΗΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΑΓNΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ NΟΥ

1. Noῦς καὶ σῶμα ἁγνὸ γιὰ τὴν ἐπάξια πρoσέγγιση τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

 ἁγνεία τoῦ σώματoς καὶ τoῦ νoῦ εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες πρoϋπoθέσεις γιὰ τὴν ἕνωσή τoῦ ἀνθρώπoυ μὲ τὸν Θεὸ· oἱ καθαρoὶ λoγισμoί, oἱ ἀπαλλαγμένoι ἀπὸ κάθε ρυπαρὴ ἐπιθυμία καὶ ἐνθύμηση. Στὴν πρώτη πρὸς Κoρινθίoυς ἐπιστoλὴ ὁ Ἀπόστoλoς τῶν Ἐθνῶν θὰ τoνίσει· «τὰ βρώματα τῆ κoιλίᾳ καὶ ἡ κoιλία τoῖς βρώμασιν. ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα oὐ τῇ πoρνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριoς τῷ σώματι» [1], ἐνῶ λίγo πιὸ κάτω καὶ πάλι τoνὶζει: «φεύγετε τὴν πoρνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν πoιήσῃ ἄνθρωπoς ἐκτὸς τoῦ σώματoς ἐστὶν, ὁ δέ πoρνεύων εἰς τὸ ἴδιoν σῶμα ἁμαρτάνει. ἢ oὐκ oἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τoῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίoυ Πνεύματoς ἐστίν, oὗ ἔχετε ἀπὸ Θεoῦ, καὶ oὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; ἠγoράσθητε γὰρ τιμῆς. δoξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινα ἐστὶ τoῦ Θεoῦ.»[2]



Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ σῶμα αὐτὸ τὸ ὁπoῖo πρόκειται νὰ γίνει Nαὸς τoῦ Θεoῦ, νὰ μoλυνθεῖ μὲ ὁπoιαδήπoτε ἀκάθαρτη σαρκικὴ πράξη. Τό ἴδιo ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν νoῦ τoῦ ἀνθρώπoυ· «πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμoίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτoῦ»[3], ἀναφέρει ὁ Κύριoς, θέλoντας νὰ τoνίσει ὅτι ἡ κίνηση τoῦ νoὸς πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ ἡ συγκατάθεση, ἀρκoῦν γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ἡ ἁμαρτία ἤδη τετελεσμένη, ὅσoν ἀφoρᾶ τὴν ἐπιθυμία ἡ ὁπoία ἔχει πλέoν αἰχμαλωτίσει τὸν ἄνθρωπo. Ἀντίθετα ἡ ἐγκράτεια ὁδηγεῖ στὴν ἕνωση μὲ τὸν Nυμφίo Χριστὸ.

Γιὰ τὴν Μνησικακία - Ἅγιος Δωρόθεος.




νας ἀπό τούς Πατέρες, ὁ Εὐάγριος, εἶπε ὅτι οἱ μοναχοί δέν πρέπει νά ὀργίζονται ἤ νά στενοχωροῦν κανέναν. Καί πάλι εἶπε: Ἄν κάποιος χαλιναγωγήσει τό θυμό, χαλιναγωγεῖ τούς δαίμονες. Ἄν ὅμως ἔχει νικηθεῖ ἀπ’ αὐτό τό πάθος, εἶναι τελείως ξένος ἀπό τή μοναχική ζωή[1] καί ἄλλα σχετικά.Τί λοιπόν πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς γιά τόν ἑαυτό μας, πού δέν σταματᾶμε μόνο στό θυμό καί στήν ὀργή, ἀλλά πολλές φορές φτάνουμε καί μέχρι τή μνησικακία; Τί ἄλλο, παρά τό νά πενθήσουμε γι’ αὐτή τήν ἐλεεινή καί ἀπάνθρωπη κατάστασή μας.



ς κρατήσουμε λοιπόν ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἀδελφοί μου, καί ἄς βοηθήσουμε¸‘μετά Θεόν’ τούς ἑαυτούς μας, γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τήν πίκρα αὐτοῦ τοῦ καταστρεπτικοῦ πάθους. Γιατί συμβαίνει πολλές φορές νά βάζει κανείς μετάνοια στόν ἀδελφό του -ὅταν φυσικά ψυχρανθοῦν ἤ στενοχωρηθοῦν μεταξύ τους- καί νά παραμένει καί μετά τή μετάνοια λυπημένος καί ἔχοντας λογισμούς ἐναντίον του. Δέν πρέπει αὐτός πού πολεμιέται ἀπό τούς λογισμούς ν’ ἀδιαφορήσει γιά τό θέμα, ἀλλά ἀμέσως νά τούς σταματήσει. Γιατί αὐτό εἶναι μνησικακία. Καί εἶναι ἀνάγκη νά προσέξει μέ ἄγρυπνη φροντίδα, νά μετανοήσει, ν’ ἀγωνιστεῖ, ὅπως εἶπα, γιά νά μήν μείνει πολύ καιρό μ’ αὐτούς τούς λογισμούς καί κινδυνεύσει. Γιατί μέ τό νά βάλει μετάνοια, ἁπλῶς συμμορφώνεται σέ μιά πρακτική ἐντολή καί προσωρινά ἀντιμετωπίζει τό θέμα τῆς ὀργῆς, ἀλλά δέν κάνει κανέναν ἀγώνα ἐναντίον τῆς μνησικακίας. Γι’ αὐτό καί παραμένει ἔχοντας τή λύπη ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του. Γιατί εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ μνησικακία, ἄλλο ἡ ὀργή, ἄλλο ὁ θυμός καί ἄλλο ἡ ταραχή[2].

Περί ἐλέγχου συνειδήσεως




 καθένας ἀπό τούς δουλωμένους στήν ἁμαρτία καί τά πάθη ,ὅταν ἐλέγχονται ἀπό τή συνείδησή τους , ἐπειδή αἰσθάνονται βάρος καί δυσφορία, μοιάζουν πρῶτα νά τήν κλειδώνουν ,ὅπως ὁ Ἡρώδης φυλάκισε τόν Ἰωάννη, μήν θέλοντας νά τήν ἀκοῦν. Ὅταν δέ ἐξαρτηθοῦν τελείως ἀπό τήν Ἡρωδιάδα πού παράνομα συγκατοικεῖ μέ αὐτούς, δηλαδή τήν ἁμαρτωλή θέληση, τότε διαγράφουν καί τόν ἔμφυτο λόγο τῆς θείας χάρης , τήν συνείδησή τους δηλαδή , καταργώντας την τελείως , ἀλλά καί ἀπιστοῦν καί ἀντιτίθενται στήν Θεόπνευστο Γραφή, ἀσυνείδητοι πρός τά πάντα καί πολέμιοι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ Ἡρώδης στόν Ἰωάννη.
Ἀλλά καί οἱ ἀντιτιθέμενοι στήν ἀλήθεια τῆς εὐσεβείας τά ἴδια πάσχουν ἤ ἀκόμα καλύτερα, πράττουν τά ἴδια. Διότι ὅταν ἐλέγχονται ἀπό τά προφητικά καί ἀποστολικά καί πατερικά λόγια πού προτείνονται ἀπό μᾶς , πρῶτα τά κλειδαμπαρώνουν μέσα στά βιβλία , λέγοντας "ἀφῆστε τα νά βρίσκονται ἐκεῖ καί ἄς μήν τά χρησιμοποιεῖ κανείς καί ἄς μήν τά προβάλλει κανείς" μήν ἀκούγοντας οὔτε τόν Κύριο πού λέει "ἐρευνᾶτε τίς Γραφές καί σ' αὐτές θά βρεῖτε τήν αἰώνια ζωή " "Ἔπειτα κατευθυνόμενοι πρός  μεγαλύτερη κακία ἀπό τήν Ἡρωδιάδα, δηλαδή τήν ἀντίχριστη πίστη τους, τά τοποθετοῦν σάν κατεσφαγμένα σέ πιᾶτο καταργώντας τα διά τῶν δικῶν τους συγγραμμάτων μέ σκοπό τήν χαιρεκακία καί τήν ψυχική βλάβη αὐτῶν πού συμφωνοῦν μέ αὐτούς.

(Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Μ` ὁμιλία τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ 

στόν βίο τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου. τ.10ος ΕΠΕ )

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ - Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης




Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.
Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά».

Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.

Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις.



Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό πού ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του.

Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίηση. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη.

Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του.

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;... Είναι δυνατό αυτό;...
 
Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.

Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού.

Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του.

Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ' άλλους.

Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.

Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πού δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ) 
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ
(σελ 259, αποσπάσματα)

Ασκητικές Εμπειρίες (Τα δάκρυα) - Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανινωφ




Τί θαυμαστό! Εκείνοι που από φυσική κλίση χύνουν ποτάμια τα δάκρυα, άκοπα, άσκοπα και ανώφελα, καθώς κι εκείνοι που τα χύνουν από κάποιαν αμαρτωλή παρόρμηση, όταν θελήσουν να κλάψουν θέαρεστα, διαπιστώνουν ότι μέσα του δεν μπορεί να τρέξει ούτ' ένα δάκρυ. Αυτό δείχνει ότι τα δάκρυα τα πνευματικά είναι θεϊκά δώρα. Και για να τ' αποκτήσει κανείς, πρέπει πρώτα να αποκτήσει τον φόβο του Θεού και την μετάνοια.

Αιτία των δακρύων είναι η διαπίστωση και η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας. «Τα μάτια μου βυθίστηκαν σε ποταμούς δακρύων, γιατί δεν τήρησα τον νόμο Σου», λέει ο άγιος προφήτης Δαβίδ. Αιτία των δακρύων είναι η συναίσθηση της πνευματικής πτωχείας. Η πνευματική πτωχεία, όντας αυτή καθεαυτή μακαριότητα, γεννά άλλα μακαριότητα, το πένθος, που τρέφει, συντρέχει και δυναμώνει τη μητέρα του. «Δεν προέρχεται το πένθος από τα δάκρυα, αλλά τα δάκρυα από το πένθος», λέει ο όσιος Ιωάννης ο προφήτης. «Αυτός που βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα σε ανθρώπους, αν κόβει το θέλημά του και δεν εξετάζει τα πταίσματα των άλλων, αυτός αποκτά το πένθος. Και το πένθος τον βοηθάει να συγκεντρώνει τους λογισμούς του. Και όταν συναχθούν και ελεγχθούν οι λογισμοί, γεννούν την κατά Θεόν λύπη. Και η λύπη γεννά τα δάκρυα».

Τα δάκρυα, ως δώρο Θεού, είναι γνώρισμα θείου ελέους, όπως γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: «Τα δάκρυα, που παρουσιάζονται κατά την προσευχή, είναι σημείο του ελέους του Θεού, το οποίο αξιώθηκε η ψυχή με τη μετάνοιά της, και σημείο του ότι η μετάνοια έγινε δεκτή και άρχισε να εισέρχεται με τα δάκρυα στην πεδιάδα της καθαρότητας. Αν οι λογισμοί δεν απαλλαγούν από τα πρόσκαιρα πράγματα και δεν πετάξουν από πάνω τους την ελπίδα του κόσμου, αν δεν κινηθεί απ' αυτούς η περιφρόνηση για τον κόσμο και δεν αρχίζουν να ετοιμάζουν αγαθά εφόδια για την έξοδό του απ' αυτόν τον κόσμο, αν δεν αρχίσουν να κινούνται στην ψυχοί λογισμοί για τα εκεί πράγματα, τα μάτια δεν μπορούν να δακρύσουν».

Όποιος απέκτησε τη γνώση της αμαρτωλότητάς του, όποιος απέκτησε τον φόβο του Θεού, όπιος απέκτησε τα αισθήματα της μετάνοιας και του πένθους, πρέπει, με επιμελή προσευχή, να ζητήσει από τον Θεό το δώρο των δακρύων. Έτσι και η Ασχά, η κόρη του Χαλέβ, όταν παντρεύτηκε και πήγαινε στο σπίτι του συζύγου της καθισμένη σ' ένα γαϊδουράκι, με στεναγμούς και λυγμούς άρχισε να παρακαλάει τον πατέρα της: «Με πάντρεψες στην κατάξερη γη του ΄ντου! Δώσ' μου, λοιπόν, προίκα ένα ευλογημένο χωράφι, δώσ' μου ένα που να είναι πλούσιο σε νερά!» Και ο Χαλέβ εκπλήρωσε την επιθυμία της κόρης του. Οι άγιοι πατέρες στο πρόσωπο της Ασχά βλέπουν την ψυχή, καθισμένη σαν σε γαϊδουράκι στίς άλογες απαιτήσεις της σάρκας. Η ξερή γη συμβολίζει την πνευματική εργασία υπό την καθοδήγηση του φόβου του Θεού. Και το ότι με στεναγμούς και λυγμούς ζητούσε από τον πατέρα της γη πλούσια σε νερά, σημαίνει ότι πρέπει με στεναγμούς και πόνο καρδιάς να ζητάει κάθε ασκητής το χάρισμα των δακρύων από τον Θεό.

Εκτός από την προσευχή, για να λάβουμε το χάρισμα των δακρύων, είναι απαραίτητος και ο προσωπικός μας αγώνας. Ο αγώνας αυτός προηγείται των δακρύων αλλά και τα ακολουθεί. Ο αγώνας που προηγείται των δακρύων αποτελείται από τη διακριτική εγκράτεια τροφών και ποτών, τη διακριτική αγρυπνία, την ακτημοσύνη, την απομάκρυνση της προσοχής μας απ' όλα όσα μας περιβάλλουν και την αυτοσυγκέντρωση. Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει: «Μετάνοια είναι η άλυπη στέρηση κάθε σωματικής παρηγοριάς». Ο προφήτης Δαβίδ περιγράφει την κατάσταση του ανθρώπου που πενθεί με τούτα τα λόγια: «Μαράθηκα σαν το χορτάρι και στέγνωσε η καρδιά μου, γιατί (από την πολλή θλίψη) ξέχασα να φάω και ψωμί μου. Από τους γοερούς στεναγμούς μου τα κόκαλά μου κόλλησαν στο δέρμα μου. Κατάντησα σαν τον ερημικό πελεκάνο, έγινα σαν το νυχτοπούλι (που κρώζει πένθιμα) στα χαλάσματα. Άγρυπνος μένω, κι έγινα σαν το μοναχικό σπουργίτι πάνω στη στέγη. Με χλευάζουν ολημερίς οι εχθροί μου και ορκίζονται τώρα εναντίον μου όσοι άλλοτε με παίνευαν. Στάχτη αντί για ψωμί τρώω και το νερό, που πίνω, το ανακατεύω με τα δάκρυά μου».

Τα δάκρυα (σελ. 248-251)
Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανινωφ
Ασκητικές Εμπειρίες Α'
Εκδόσεις Ιερά Μονή Παρακλήτου (Ωρωπός Αττικής 2008)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

<< Αποφθέγματα >>