Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

(Κυριακή τοῦ Τελώνη καί τοῦ Φαρισαίου)

Την παραμονή τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελώνη καί τοῦ Φαρισαίου, στόν Ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου, ἐμφανίζεται γιά πρώτη φορά τό λειτουργικό βιβλίο «Τριώδιο». Ἀπ᾿ αὐτό διαβάζονται διάφορα κείμενα πού τά προσθέτουμε στούς συνηθισμένους ὕμνους τῆς ἑβδομαδιαίας ἀναστάσιμης ἀκολουθίας. Ὅλα αὐτά τά κείμενα παρουσιάζουν τήν ἑπόμενη μεγάλη πλευρά τῆς μετάνοιας: τήν ταπείνωση.
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Λουκ. 18,10-14) περιγράφει ἕναν ἄνθρωπο πού εἶναι πάντα εὐχαριστημένος μέ τόν ἑαυτό του καί πού νομίζει ὅτι συμμορφώνεται μέ ὅλες τίς ἀπαιτήσεις τῆς θρησκείας. Εἶναι βέβαιος γιά τόν ἑαυτό του καί πολύ περήφανος γι᾿ αὐτόν. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἔχει παραποιήσει τό νόημα τῆς θρησκείας. Τήν ἔχει περιορίσει σέ ἐξωτερικούς τύπους καί μετράει τήν εὐσέβειά του μέ τό ποσό τῶν χρημάτων πού συνεισφέρει στό ναό. Ὅσο γιά τόν Τελώνη, αὐτός ταπεινώνει τόν ἑαυτό του καί αὐτή ἡ ταπείνωση τόν δικαιώνει μπροστά στόν Θεό.
Ἄν ὑπάρχει μιά ἠθική ἀξία πού σχεδόν ἀπόλυτα παραθεωρεῖται ἤ ἀγνοεῖται σήμερα εἶναι πραγματικά ἡ ταπείνωση. Ὁ πολιτισμός στόν ὁποῖο ζοῦμε διαρκῶς ἐνσταλάζει μέσα μας τήν ἔννοια τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς αὐτοεξύμνησης καί τῆς αὐτοδικαίωσης. Εἶναι οἰκοδομημένος πάνω στήν ἀλαζονική ὑπόθεση ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά πετύχει ὁτιδήποτε μόνος του, καί φτάνει τό νά περιγράφει τόν Θεό σάν τόν Ἕνα πού πάντοτε ἀμείβει τίς ἐπιτυχίες καί τά καλά ἔργα τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ταπείνωση -εἴτε ἀτομική, εἴτε ὁμαδική, εἴτε ἐθνική εἶναι- θεωρεῖται δεῖγμα ἀδυναμίας, κάτι ἀνάρμοστο γιά ἕναν ἀληθινό ἄνθρωπο. Ἀλλά μήπως οἱ χριστιανοί σήμερα δέν εἶναι ποτισμένοι μέ τό πνεῦμα τοῦ Φαρισαίου; Μήπως καί μεῖς δέν θέλουμε κάθε προσφορά μας, κάθε «καλή πράξη» μας, καθετί πού κάνουμε «γιά τήν Ἐκκλησία» νά ἀναγνωρίζεται, νά ἐπαινεῖται, νά δημοσιεύεται;
Ἀλλά τί εἶναι ταπείνωση; Ἡ ἀπάντηση σ᾿ αὐτή τήν ἐρώτηση μπορεῖ νά φανεῖ παράδοξη γιατί εἶναι ριζωμένη σέ μιά περίεργη διαβεβαίωση: Ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι ταπεινός! Γιά κεῖνον πού γνωρίζει τόν Θεό, πού Τόν ἀτενίζει μέσα στή δημιουργία Του καί στίς σωτήριες ἐνέργειές Του, εἶναι φανερό ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι πραγματικά μιά θεία ποιότητα, εἶναι τό οὐσιαστικό περιεχόμενο καί ἡ λάμψη τῆς δόξας ἀπό τήν ὁποία, ὅπως ψέλνουμε στή θεία Λειτουργία, εἶναι «πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ». Μέσα στήν ἀνθρώπινη διανοητικότητά μας ἔχουμε τήν τάση νά μήν μποροῦμε νά συμβιβάσουμε τή «δόξα» μέ τήν «ταπείνωση» -ἀφοῦ μάλιστα ἡ ταπείνωση θεωρεῖται ψεγάδι ἤ ἐλάττωμα. Ἀκριβῶς ὅμως ἡ ἄγνοιά μας καί ἡ ἀδεξιότητά μας εἶναι ἐκεῖνα πού μᾶς κάνουν ἤ θά ἔπρεπε νά μᾶς κάνουν νά νιώθουμε ταπεινοί.
Εἶναι σχεδόν ἀδύνατο νά μεταφέρεις στό σύγχρονο ἄνθρωπο πού τρέφεται μέ τή δημοσιότητα, τήν αὐτοπροβολή καί τήν ἀτέλειωτη αὐτοεξύμνηση, τό γεγονός ὅτι ἐκεῖνο πού εἶναι αὐθεντικά τέλειο, ὄμορφο καί καλό εἶναι τήν ἴδια στιγμή γνήσια ταπεινό. Ἀκριβῶς γιατί ἡ τελειότητα δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τή «δημοσιότητα», τήν ἐξωτερική δόξα ἤ ἀπό τήν κάθε εἴδους ἐπίδειξη.
Ὁ Θεός εἶναι ταπεινός γιατί εἶναι τέλειος. Ἡ ταπείνωσή Του εἶναι ἡ δόξα Του καί ἡ πηγή κάθε ἀληθινῆς ὀμορφιᾶς, τελειότητας καί καλοσύνης. Αὐτό συνέβηκε μέ τήν Παναγία, τή Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, πού ἡ ταπείνωση τήν ἔκανε χαρά ὅλης τῆς οἰκουμένης καί τρανή ἀποκάλυψη τῆς ὡραιότητας πάνω στή γῆ· αὐτό ἔγινε καί μέ ὅλους τούς ἁγίους· τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη στίς σπάνιες στιγμές τῆς ἐπαφῆς της μέ τόν Θεό.
Πῶς κανείς γίνεται ταπεινός; Ἡ ἀπάντηση γιά ἕνα χριστιανό εἶναι ἁπλή: μέ τήν ἐνατένιση τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ὁ Ἕνας, μέσα στόν ὁποῖο ὁ Θεός ἀποκάλυψε, μιά γιά πάντα, τή δόξα Του σάν ταπείνωση καί τήν ταπείνωσή Του σάν δόξα. «Νῦν» εἶπε ὁ Χριστός τή νύχτα τῆς ἄκρας ταπείνωσής Του, «ἐδοξάσθη ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, καί ὁ Θεός ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ».
Ἡ ταπείνωση μαθαίνεται ἀτενίζοντας τόν Χριστό ὁ ὁποῖος εἶπε «μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11, 29). Τελικά γινόμαστε ταπεινοί μέ τό νά μετρᾶμε τό καθετί μέ μέτρο τόν Χριστό καί νά ἀναφερόμαστε γιά ὅλα σ᾿ Αὐτόν. Χωρίς τόν Χριστό ἡ ἀληθινή ταπείνωση εἶναι ἀδύνατη, ἐνῶ στήν περίπτωση τοῦ Φαρισαίου, ἀκόμα καί ἡ θρησκεία, γίνεται ὑπερηφάνεια γιά τά ἐπιτεύγματά του· ἔχουμε δηλαδή ἕνα εἶδος φαρισαϊκῆς αὐτοδοξολογίας.
Ἡ περίοδος λοιπόν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀρχίζει μέ μιά ἀναζήτηση, μιά προσευχή γιά ταπείνωση πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας. Γιατί μετάνοια, πάνω ἀπό καθετί ἄλλο, εἶναι ἡ ἐπιστροφή στή γνήσια τάξη τῶν πραγμάτων, ἡ «ἀναμόρφωση τοῦ ἀρχαίου κάλλους». Ἡ μετάνοια ἑπομένως εἶναι θεμελιωμένη στήν ταπείνωση καί ἡ ταπείνωση -ἡ Θεία καί θαυμαστή ταπείνωση- εἶναι καρπός της καί τέρμα της. «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν», λέει τό Κοντάκιον τῆς ἡμέρας, «καί Τελώνου μάθωμεν, τό ταπεινόν ἐν στεναγμοῖς». Βρισκόμαστε μπροστά στίς «πύλες τῆς μετανοίας» καί στήν πιό ἐπιβλητική στιγμή τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς· ἀφοῦ διαβαστεῖ τό Ἀναστάσιμο Εὐαγγέλιο καί ἀναγγελθεῖ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μέ τό «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...», ψάλλουμε γιά πρώτη φορά τά τροπάρια πού θά μᾶς συνοδεύουν σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς:
Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα· ὀρθρίζει γάρ τό πνεῦμά μου, πρός ναόν τόν ἅγιόν σου, ναόν
φέρον τοῦ σώματος ὅλον ἐσπιλωμένον· ἀλλ' ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει.
Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους Θεοτόκε· αἰσχραῖς γάρ κατεῤῥύπωσα, τήν ψυχήν ἁμαρτίαις, ὡς ῥαθύμως τόν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας· ταῖς σαῖς πρεσβείαις ῥῦσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας.
Τά πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννοῶν ὁ
τάλας, τρέμω τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς κρίσεως· ἀλλά θαῤῥῶν εἰς τό ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας σου, ὡς ὁ Δαυΐδ βοῶ σοί· Ἐλέησον μέ ὁ Θεός, κατά τό μέγα σου ἔλεος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

<< Αποφθέγματα >>