Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Διήγησις οπτασίας κάποιου Ιωάννη





Στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου ζούσε κάποιος Ιωάννης, γνωστός και στο βασιλιά απο την τέχνη που εξασκούσε. Αυτός περνούσε τη ζωή του μέσα στην αμαρτία, χωρίς να συλλογιστεί ποτέ του την κόλαση. Αλλά ο Κύριος, που όλα τα οικονομεί καλά για το καλό μας, πραγματοποίησε τη διόρθωση του με μιάν οπτασία. 


Συνέβηκε λοιπόν κάποτε να δεί στ' όνειρο του, οτι πρόσφερε στο βασιλιά ενα έργο τέχνης του. Και μετά άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους και να χαίρονται κι οι δυό. 

Έπειτα όμως, στα καλά καθούμενα, ξεγύμνωσε ο βασιλιάς το σπαθί, άρπαξε τα μαλλιά του Ιωάννη σε μια δέσμη και προσπάθούσε να του τα κόψει χωρίς λύπηση. 

Ο Ιωάννης λύγιζε συνεχώς τον αυχένα νομίζοντας πως ο βασιλιάς έπαιζε μαζί του. Εκείνος όμως του είπε σοβαρά-σοβαρά: "Όταν το ξίφος θα 'χει κόψει όλες τις τρίχες, τότε στο αίμα σου θα λουστεί ο τράχηλος σου". Και μ' αυτά τα λόγια το ξίφος κατέβηκε και του φάνηκε πως του έκοψε το λαιμό! 

Προχωρώντας το ξίφος έφτασε κοντά στο στήθος του. Τότε ο Ιωάννης γεμάτος αγωνία , καλούσε σε βοήθεια προς όλες τις μεριές. Απο το φόβο και την τρομάρα, που πήρε, κι απο το φρικτό εκείνο αγώνα, ξύπνησε έκπληκτος και ταραγμένος. Έκανε το σταυρό του και είπε: 


- Σ' ευχαριστώ, όνειρο, που το φοβερό αυτό αγώνα τον έκανες φανταστικά μονάχα. 

Μα και πάλι έμεινε ίδιος και αδιόρθωτος. ( Δεν ήθελε να συλλογιστή τι γίνεται Μετά Τον Θάνατο) 

Νά όμως, που, μετά απο κάμποσο καιρό, αρρώστησε βαριά. Και πάνω στην αρρώστια του, ζητούσε τη βοήθεια του Θεού. 

Τότε πάλι βλέπει - όχι στ' όνειρο του τώρα, αλλά πέφτοντας σε έκσταση- οτι στεκόταν στο βήμα γραφειακό η μάλλον δικαστικό. Σ' αυτό το βήμα, πάνω σε θρόνο, έβλεπε να κάθεται ένας φοβερότατος βασιλιάς, ντυμένος στολή αρχιερατική και βασιλική μαζί. Δεξιά κι αριστερά του κάθονταν κάποιοι σεβάσμιοι άνδρες, ενω ο ίδιος στεκόταν χαμηλότερα και τους κοίταζε. Στα δεξιά του βασιλια ήταν κάποιοι ωραίοι ευνούχοι. Και στ' αριστερά του κάποιος άλλος, πιο ταπεινός και καταδεκτικός. Πίσω απ' το βασιλιά ήταν ένα βάραθρο βαθύ και σκοτεινό τόσο, που, και να το έβλεπες μόνο, σε κυρίευε μεγάλος φόβος. 

Ενώ λοιπόν ο Ιωάννης στεκόταν εκεί έντρομος, του λέει ο βασιλιάς: 

- Άραγε ξέρεις, παλληκάρι μου, ποιός είμ' εγώ; 

- Ξέρω, Δέσποτα, αποκρίθηκε ο Ιωάννης. Είσαι ο Υιός του Θεού και Θεός, που σαρκώθηκε για μας, καθώς οι θείες Γραφές μας αναφέρουν. 

- Αφού απο τις Γραφές, καθώς λές, με γνωρίζεις, ασφαλώς γνωρίζεις κι αυτούς που κάθονται εδώ, μαζί μου. Πώς όμως ξέχασες την απειλή εκείνη του βασιλιά Κωνσταντίνου( το όνειρο που είχε δει πιο πρίν); Η μήπως δεν ξέρεις για ποιό πράγμα σου μιλω; 

- Ξέρω, Δέσποτα. Αφού κάτι από το φόβο, που δοκίμασα τότε, έχει μείνει ακόμη μέσα μου. 

- Αν νιώθεις ακόμα μέσα σου το φόβο εκείνο, τότε γιατί επιμένεις στα ολέθρια για σένα; Μάθε λοιπόν τώρα στην πράξη πως έκανες λάθος. Δεν ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, που σ' έκανε να δοκιμάσεις εκείνο το φοβερό βασανιστήριο. Εγώ ήμουν και τότε. 

Αυτά είπε ο Βασιλιάς. Κι αμέσως, μ' ένα νεύμα, πρόσταξε τους παρευρισκομένους να πετάξουν τον Ιωάννη στο βάραθρο, που ήταν πίσω. 

Εκείνος, καθώς τον έσερναν χωρίς έλεος, έκλαιγε γοερά και ζητούσε τη βοήθεια της Θεοτόκου. Ξαφνικά του φάνηκε πως την είδε κι εκείνη, κάπου εκεί ανάμεσα, και μετά άκουσε τη φωνή του βασιλιά να λέει: 

- Αφήστε τον να φύγει, για χάρη της Μητέρας μου, που με παρακάλεσε! 

Στο σημείο αυτό η οπτασία εξαφανίστηκε. 

Κατατρομαγμένος ο Ιωάννης, αφού μάζεψε το μυαλό του, έτρεξε σ' ένα ευλαβή μοναχό και του διηγήθηκε το παράδοξο όραμα που είδε. Και ο μοναχός του είπε: 

- Δόξασε το Θεό, παιδί μου, που σ' αξίωσε να πάρεις ένα τέτοιο δίδαγμα. Ξύπνα λοιπόν, αδελφέ μου, μην πάθεις κι εσύ όμοια με αυτά που θα σου διηγηθώ. Γιατί παρόμοια με τη δική σου οπτασία είδε κι ένας άλλος. 

Είδε κάποιον Γεώργιο, που ήταν πρώτος απο τους προϊστάμενους του βασιλιά, να είναι δέσμιος και να οδηγείται με τη βία σε ένα φοβερό χάσμα, όπου έμελλε να ριχτεί. 

Κάποιος τότε παρουσιάστηκε εκεί, και με παρρησία εμπόδισε εκείνους που τον έσερναν προς το χάσμα, να τον ρίξουν μέσα. Τους παρακάλεσε μάλιστα να τον αφήσουν ελεύθερο μέχρι είκοσι μέρες, και τους έδινε εγγύηση πως θα διορθωθεί. Εκείνοι με την εγγύηση αυτή, ελευθέρωσαν τον Γεώργιο. 

Μόλις είδε αυτό το όραμα εκείνος ο άνθρωπος και κατάλαβε τη σημασία του, έτρεξε και φανέρωσε στο Γεώργιο, που ήταν φίλος του. Εκείνος άκουσε τα καθέκαστα, μα τα θεώρησε ανοησίες, κι έμεινε ο ίδιος κι αδιόρθωτος. Πέρασαν οι είσκοσι μέρες και - αλίμονο !! - ο Γεώργιος έφυγε ξαφνικά από αυτή τη ζωή, πηγαίνοντας πραγματικά, και οριστικά τώρα, να πληρώσει το χρέος, σύμφωνα με τη δοσμένη υπόσχεση. 

Αυτά διηγήθηκε ο μοναχός, συμπληρώνοντας όσα του είπε ο Ιωάννης. Κι εκείνος, ακούγοντας τα κι έχοντας ακόμα ζωντανά στο νου του όσα έιδε, εξομολογήθηκε χωρίς ντροπή όλα του τα αμαρτήματα κι άλλαξε τη ζωή του προς το καλύτερο. 

Έζησε θεάρεστα πολλά χρόνια ακόμα. Κι όταν κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο, πήγε στις μονές του Κυρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

<< Αποφθέγματα >>