Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Η απόλαυση της παρουσίας Του


Αυτή μας η αγωνία γίνεται πάλι τώρα μία πνευματική απόλαυσις, όχι προμήνυμα, αλλά απόλαυσις της παρουσίας του τώρα, της εγγύτητός του τώρα. Αρχίζω να τον νοιώθω, ότι Αυτός είναι, αρχίζει να κτυπάη η καρδιά μου σαν να τον γνωρίζη.
--- Εσύ, λοιπόν, είσαι ο Θεός μου;
--- Εγώ είμαι, δεν με γνωρίζεις; Εγώ που σε γέννησα, εγώ που σε βάπτισα, εγώ που σε έκειρα καλόγηρο, εγώ που σ' απαντούσα, όταν προσευχόσουνα• και συ που μου έλεγες «Θεέ μου, Θεέ μου» και σε βοηθούσα και δεν με καταλάβαινες, και στην πραγματικότητα δεν ζητούσες εμένα. Εγώ, που κρυβόμουνα πίσω από την πείνα σου, πίσω από την δίψα σου, πίσω από τον ύπνο σου, πίσω από το γονάτισμά σου, πίσω από τις επιτυχίες σου, από τις αμαρτίες σου, από τα πάντα!

Ζεσταίνεται πιο πολύ ακόμα η καρδιά μου και ζητάω να τον αγκαλιάσω. Αλλά δεν μπορώ, πρέπει να μ' αγκαλιάση Εκείνος. Ποιος είμαι εγώ; Εγώ είμαι η απουσία Εκείνου. Φωνάζω! Τότε αρχίζω πλέον να τον ξεδιαλύνω. Αυτός πρέπει να είναι ο Θεός μου. Δεν είχαμε ξαναδεί τον Θεόν. Μα Αυτός είναι, δεν μπορεί! Είναι κάτι «ουκ ον» από όλα τα όντα. Είναι ο Ων! Ο μοναδικός και ανυπερβλήτως και πέραν παντός όντος, είναι ο αποκλειστικώς Ων. Νοιώθω τι σημαίνει ο ων ο υπάρχων. Είναι ο μόνος που υπάρχει. Καταλαβαίνω ότι τίποτε άλλο δεν υπάρχει από όλα που υπήρχαν, αλλά είναι αυτός, που δεν υπάρχει όπως υπάρχουν τα άλλα, είναι ο μοναδικός, λοιπόν, Αυτός, ο ουσιαστικώς υπάρχων, Είναι ο αΐδιος, είναι ο ατελεύτητος, και εγώ παίρνω πλέον θέσι μέσα στην ζωή του, μέσα στην ύπαρξί του, μέσα στην ιστορία του Θεού.

Από την ώρα αυτή, που θα ενωθώ ή δεν θα ενωθώ τελικώς με τον Θεόν, διότι ακόμη συνεχίζεται ο κίνδυνος -πέρασε η κρισιμότης η φοβερά του εγωισμού μου, τώρα προχωράμε εις τον στίβο τον πνευματικό- και πάλι μπορώ να αρνηθώ όμως τον Θεόν, διότι το εγώ χτυπήθηκε, αλλά υπάρχει μέσα μου.

Κατ' ολίγον τον ανακαλύπτω τον Θεόν. Τον γνωρίζω τον Θεόν. Αυτός είναι ο Θεός. Μου αρέσει ο Θεός. Ο Θεός μπαίνει μέσα μου τώρα. Πώς μπαίνει μέσα μου; Καταλαβαίνω τότε τι σημαίνει ότι ο Θεός είναι φως, ο Χριστός φως εκ φωτός και το Πνεύμα το Άγιον το «εν τω φωτί». «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φώς». Εν τω φωτί, τω πνεύματι ορώμεν το φως, ορώμεν τον Θεόν. Νοιώθομε τι σημαίνει φως ο Θεός, φως ο Πατήρ, φως ο Γιος, φως το Άγιον Πνεύμα, και αμέσως όλα αυτά που ήταν η σκιά του φωτός -στην ουσία ανύπαρκτα- φωτιζόμενα, χάνονται από μπροστά μας. Δεν εξαφανίζονται από μπροστά μας, χάνονται ενεργούντα. Γίνονται ανενέργητα. Κατακλύζονται από το φως. Η πάσα πτυχή φωτίζεται.
  

Ο αρπαγμός του νου

Επομένως, αρχίζω εγώ τώρα με την βούλησί μου να προσεύχωμαι εις τον Θεόν. Γι' αυτό χρειάζεται όλο το βουλητικό μου να στραφή και να κλωτσήση, να κάνη έτσι... εις όλα τα υπόλοιπα, να τα απεμπόληση, να τα διώξη, ώστε να κράτηση μόνον εκείνο το «Θεέ μου, Θεέ μου». Να ενωθή ο νους με την νόησι ή με την κλήσι του Θεού, για να μπορέση να ενωθή κατόπιν και με τον Θεόν. Εν συνεχεία, όταν προχωρήσω, νοιώθω ο νους μου κατά την προσευχή να αρπάζεται, αλλά αυτό γίνεται, όταν πια θα έχω αρχίσει να προσεύχωμαι.

Σας είπα, τώρα πολύ χονδρικά κάνω την αναδρομή. Ξεναγούμεθα, ας πούμε, πολύ καλά στο μοναστήρι. Όλα που έχει σας τα δείχνω και μετά, και τα είκοσι μοναστήρια σας τα λέγω εν περιλήψεί αυτό κάνομε τώρα.

Τελικώς, ο νους εις την προσευχή αρπάζεται, νοιώθετε να αρπάζεται είτε εν σώματι είτε εκτός σώματος, δεν μπορούμε να καταλαβαίνωμε, και να αναβαίνη όλος προς τον Θεόν νοιώθω να αρπάζεται, τουτέστι νοιώθω να εξέρχεται, νοιώθω να εκπορεύεται, νοιώθω να βγαίνη, να εκπηγάζη, να ανέρχεται, νοιώθω να πορεύεται, η προσευχή, ε; Η προσευχή «προς» -γι' αυτό και το όνομάζομε «αρπαγμό»- αρπάζεται από μέσα και αναβαίνει πλέον προς τον Θεόν αναβαίνει προς τον Θεόν αρπαγμένος τώρα ο νους, μέχρις ότου ενωθή τελικώς με τον αρπάξαντα Θεόν, για να γίνη τώρα ο Θεός αρπαγμένος εν εμοί. Διότι θα πρέπη ο αρπαγμένος νους να μάθη να ζη μαζί με τον Θεόν, αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνεται εκτός, πρέπει να γίνεται, όπως λέγαμε προηγουμένως, εντός.

Είναι υπέροχες οι στιγμές, που «προ ετών δεκατεσσάρων» ο Παύλος είχε δει να αρπάζεται ο νους του• ή ωραιότατες οι στιγμές, που αρπάζεται ο νους των αγίων. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι, εν εμοί να γίνεται αυτός, όχι ο αρπαγμός του νοός μου από την έλξι του Θεού, αλλά ο αρπαγμός του Θεού από τον νου μου, χάριτι πάλι θεία, μέσα στην δική μου την καρδιά.

Εις το διάστημα αυτό οράται ο άνθρωπος ως φλοξ, γίνεται φλογερά η ψυχή του και η ανάβασίς του. Ενίοτε δε, ως φλοξ γίνεται και αυτός ούτος, και φωτεινός γίνεται ο τόπος εις τον οποίον υπάρχει, και θεάται και αυτός ούτος συχνά πυκνά ως φως. Ο ίδιος εν τω μεταξύ βλέπει και καθορά το φως μέσα στην θεϊκή αυτή παρουσία — είναι ακριβώς η στιγμή της μυστικής ενώσεως με τον Θεόν και, επομένως, είναι μία πραγμάτωσις, είναι μία τελείωσις της προσευχής.

Η προσευχή έφθασε εις τον σκοπό της! Ξεκίνησε το καραβάκι από τον αρσανά μας και πήγε εκεί που θέλαμε να φθάσωμε. Μέχρι τώρα ήμασταν στον δρόμο. Εδώ είναι το τέρμα της προσευχής μας! Είναι ο αρπαγμός του Θεού, δια της δικής μου βουλήσεως εν Πνεύματι Αγίω εν τη καρδία μου. Ενούται τώρα ο νους μου και το πνεύμα μου μετά του Θεού, γίνομαι όλος -απορροφώμαι από την φλόγα, από το παμφάγο αυτό φως του Θεού, από την άβυσσο του ελέους του- σαν μία σταγών, η οποία απερροφήθη από τον ωκεανό• και έχω την αίσθησι της μυστικής μου ενώσεως μετά του Θεού, ο οποίος ήτο παρών δια της μυστηριακής, που λέγαμε αρχικώς, ζωής και έγινε προσωπικά μεθεκτός και έγινα μέτοχος της ζωής του και έγινε μέτοχος της υποστάσεώς μου, της φύσεως μου, έγινε ο Θεός ένα με έμενα εις το σημείο αυτό. Οπότε, έχω πλέον αυτήν την ένωσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

<< Αποφθέγματα >>