Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ΄

Σχετικά με την ενάρετη ζωή


1. Κάποια φορά την ώρα που ο άγιος Αντώνιος προσευχόταν στο κελί του,
άκουσε μια φωνή που του έλεγε:
«Αντώνιε, δεν έφθασες ακόμη στο μέτρο του τάδε τσαγκάρη που ζει στην
Αλεξάνδρεια».
Σηκώθηκε το πρωί, πήρε το βαϊτικο ραβδί του και πήγε να τον βρει.
Έφθασε σε κείνο το μέρος και μπήκε στο εργαστήριό του.
Εκείνος όταν τον είδε ταράχτηκε. Του λέει λοιπόν ο Γέροντας:
«Μίλησέ μου για τις πράξεις σου».
Ο τσαγκάρης είπε:
«Δεν ξέρω να έχω κάνει ποτέ κάτι καλό, παρά μόνο, μόλις σηκωθώ το πρωί
να καθίσω στο εργόχειρό μου, λέω ότι ολόκληρη η πόλη αυτή, από τον πιο
μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο, μπαίνουν στη Βασιλεία του Θεού για τις
ενάρετες πράξεις τους και ότι μόνο εγώ κληρονομώ την κόλαση για τις
αμαρτίες μου. Το βράδυ πάλι λέω τα ίδια λόγια, πριν κοιμηθώ».
Τ΄ άκουσε αυτά ο αββάς Αντώνιος και είπε:
«Αληθινά, σαν καλός χρυσοχόος, ενώ κάθεσαι στο σπίτι, αναπαυτικά
κληρονόμησες τη Βασιλεία των Ουρανών. Εγώ όλο μου τον χρόνο τον
περνώ στην έρημο, όμως, καθώς δεν έχω διάκριση, δεν σε έφθασα».
5. Κάποτε την ώρα που προσευχόταν ο αββάς Μακάριος στο κελί του, άκουσε
μια φωνή που έλεγε:
«Μακάριε, δεν έφθασες ακόμη στα μέτρα των τάδε γυναικών αυτής εδώ
της πόλης».
Το πρωί ο Γέροντας σηκώθηκε, πήρε το βαϊτικο ραβδί του κι άρχισε να
οδοιπορεί για την πόλη.
Όταν έφτασε στην πόλη και βρήκε το σπίτι, χτύπησε την πόρτα. Βγήκε η
μία και τον υποδέχτηκε στο σπίτι. Αφού κάθισε για λίγο, ήρθε και η άλλη.
Τις κάλεσε, κι εκείνες ήρθαν και κάθισαν μαζί του. Τις λέει ο Γέροντας:
«Για σας έκανα τόση πορεία και υπέμεινα τόσο κόπο, ώσπου να φτάσω από
την έρημο. Πέστε μου λοιπόν την εργασία σας, ποια είναι;»
100
«Πάτερ -του λένε- πίστεψέ μας, δεν είμαστε η καθεμιά μας έξω από την
κλίνη του άνδρα της μέχρι σήμερα. Ποια εργασία λοιπόν ζητάς από μας;»
Ο Γέροντας έβαλε μετάνοια και τις παρακαλούσε:
«Φανερώστε μου το έργο σας».
Τότε του λένε:
«Εμείς κατά κόσμον είμαστε ξένες μεταξύ μας. Έτυχε όμως να
παντρευτούμε δύο αδελφούς κατά σάρκα. Και να, εδώ και δεκαπέντε
χρόνια ως σήμερα κατοικούμε σ΄ αυτό το σπίτι και δεν ξέρουμε να
φιλονικήσαμε ποτέ ή να αναφερθήκαμε σε αισχρά πράγματα. Μάλιστα,
ήρθε στο λογισμό μας να αφήσουμε τους άνδρες μας και να μπούμε στο
τάγμα των μοναχών. Πολύ παρακαλέσαμε τους άνδρες μας να μας
επιτρέψουν να φύγουμε, αλλά δεν τους πείσαμε. Έτσι, αφού δεν πετύχαμε
αυτόν τον σκοπό, κάναμε συμφωνία μεταξύ μας και με τον Θεό, μέχρι τον
θάνατό μας να μη βγει από το στόμα μας κανένας κοσμικός λόγος».
Όταν τ΄ άκουσε αυτά ο αββάς Μακάριος, είπε:
«Αληθινά, δεν υπάρχει παρθένα ή παντρεμένη ή μοναχός ή κοσμικός, ο
Θεός την πρόθεση ζητάει και δίνει το Άγιο Πνεύμα σε όλους».
6. Ο αββάς Ποιμήν είπε ότι ο αββάς Αντώνιος είχε πει για τον αββά Παμβώ
ότι από τον φόβο του Θεού, που είχε, έκανε το Πνεύμα του Θεού να
κατοικεί μέσα του.
7. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
«Πολλοί από τους Πατέρες μας έγιναν ανδρείοι στην άσκηση, αλλά στη
λεπτότητα των λογισμών ελάχιστοι».
8. Ο ίδιος είπε:
«Τρεις σωματικές πράξεις είδαμε στον αββά Παμβώ:
Ασιτία κάθε μέρα ως το βράδυ, σιωπή και εργόχειρο».
9. Έλεγαν για τον αββά Ποιμένα ότι αν κάθονταν μπροστά του κάποιοι
Γέροντες και μιλούσαν για αββάδες ή ανέφεραν το όνομα του αββά Σισώη,
τους έλεγε: «Αφήστε τον αββά Σισώη, τα σχετικά μ΄ αυτόν ξεπερνούν κάθε
διήγηση».
17. Έλεγαν για τον αββά Σαρματά ότι πολλές φορές έκανε άσκηση επί
σαράντα ημέρες σύμφωνα με τη γνώμη του αββά Ποιμένα, και περνούσαν
οι μέρες σαν ένα τίποτε γι αυτόν. Ήρθε ο αββάς Ποιμήν και του λέει:
«Πες μου τι έχεις κερδίσει κάνοντας τόσο κόπο».
Εκείνος έλεγε: «Τίποτε περισσότερο».
Του λέει πάλι ο αββάς: «Δεν θα σ΄ αφήσω, αν δεν μου πεις».
Εκείνος είπε: «Ένα μόνο είδα, ότι αν πω στον ύπνο «πήγαινε», πηγαίνει.
Και αν πω «έλα», έρχεται».
101
20. Έλεγαν για τον αββά Ώρ ότι ούτε ποτέ είπε ψέματα ούτε ορκίστηκε ούτε
έδωσε κατάρα σε άνθρωπο ούτε μίλησε χωρίς να υπάρχει ανάγκη.
21. Ο ίδιος ο αββάς Ώρ έλεγε στον μαθητή του Παύλο:
«Πρόσεχε να μη φέρεις ποτέ σ΄ αυτό το κελί ανάρμοστα λόγια».
22. Έλεγαν για τον αββά Ωρ και τον αββά Θεόδωρο ότι συνήθιζαν αδιάκοπα
να βάζουν αρχή για κάθε καλό και να ευχαριστούν τον Θεό.
31. Δύο άνθρωποι συμφώνησαν και έγιναν ασκητές. Έκαναν μεγάλη άσκηση
κι έζησαν ενάρετη ζωή. Ο ένας συνέβη να γίνει ηγούμενος κοινοβίου. Ο
άλλος παρέμεινε αναχωρητής και φτάνοντας στην τελειότητα της
ασκήσεως, έκαμνε μεγάλα θαύματα: γιάτρευε δαιμονισμένους, έλαβε το
προορατικό χάρισμα, και αρρώστους θεράπευε. Εκείνος πού από ασκητής
έγινε κοινοβιάρχης, όταν άκουσε ότι τόσα χαρίσματα αξιώθηκε να πάρει ο
συνασκητής του, απομονώθηκε για τρεις βδομάδες από τους ανθρώπους
και προσευχήθηκε εκτενώς στον θεό να του φανερώσει «πώς εκείνος κάνει
θαύματα κι έχει γίνει περιβόητος σ΄ όλους, εγώ όμως σε τίποτε απ΄ αυτά
δεν μετέχω».
Παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου σ΄ αυτόν και του λέει:
«Εκείνος την πνευματική εργασία του μέσα στο κελί την κάνει με
στεναγμούς και δάκρυα στον Θεό μέρα και νύχτα, πεινώντας και διψώντας
για χάρη του Κυρίου. Εσύ καθώς μεριμνάς για πολλά, έχεις την
επικοινωνία με τους πολλούς, έ, σου φτάνει η παρηγοριά των ανθρώπων».
102

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

<< Αποφθέγματα >>