Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Οσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς τον Θεό, τόσο περισσότερο Αυτός σου αποκαλύπτεται!


Πρέπει να πιστεύης ότι σε αγαπά ο Θεός, ακόμη κι αν όλοι οι άνθρωποι σε αποστραφούν κι αν όλοι σε εγκαταλείψουν.Όταν σου έλθη λογισμός πως δεν σε αγαπούν και δεν σου συμπαραστέκονται, τότε να θυμάσαι πως, όταν όλοι σ’ εγκαταλείψουν, όμως έχεις τον Θεό για βοηθό. 
«Ο πατήρ μου», λέγει ο Δαβίδ, «και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με, ο δε Κύριος προσελάβετό με» (Ψαλμ. 26, 10). Κάποιος Μοναχός ήταν άρρωστος. Πέρασε περίπου ένας μήνας, και κανείς δεν πήγε στο κελλί του να τον 'δη και να τον βοηθήση. Κατόπιν έστειλε ο Θεός άγγελο να τον υπηρέτηση. Κι όταν αργότερα οι συνασκητές του σκέφθηκαν να τον επισκεφθούν, να ιδούν μήπως είναι άρρωστος, μήπως έχη πάθει τίποτα, αυτός, μόλις τους αντίκρυσε, τους φώναξε: «Φύγετε!» Τότε αυτοί του είπαν: «Γιατί μας διώχνεις;» Αυτός αποκρίθηκε: «Τόσο καιρό, που δεν με σκεφθήκατε εσείς, που δεν με είδατε, που δεν με βοηθήσατε, έστειλε ο Θεός άγγελο, και με υπηρετούσε. Μα τώρα, που ο άγγελος σας είδε, έφυγε! Προτιμότερο να φύγετε εσείς, και να έρθη πάλιν ο άγγελος!»
Γιατί να μη έχουμε για κάθε άνθρωπο αγάπη;
Όσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς τον Θεό, τόσο περισσότερο Αυτός σου αποκαλύπτεται!
Εκείνος, που επιθυμεί το κακό του συνανθρώπου του, κάνει τελικά κακό στον ίδιο τον εαυτό του. Και εκείνος, που αγαπά ακόμα και τον εχθρό του, στην πραγματικότητα ευεργετεί τον ίδιο τον εαυτό του.


Όσο πιο πολύ αγωνιζόμαστε να αγαπήσουμε τον Χριστό, τόσο πιο πολύ νοιώθουμε μέσα μας χαρά και ευτυχία. Δεν υπάρχει στον κόσμο μεγαλύτερη ευτυχία από το να φλέγεται η καρδία μας από αγάπη προς τον γλυκύτατο Κύριό μας.
«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24). Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον Χριστό με όλη την καρδία μας, πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα τα γήινα είναι πρόσκαιρα και μάταια, και σε τίποτε από αυτά να μη προσκολληθούμε. Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, πρέπει να περιφρονήσουμε τρία πράγματα: Το χρήμα, τις ηδονές και την ανθρώπινη δόξα.
Είμαστε σε θέση να πούμε μαζί με τον Απόστολο Παύλο, «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. 8, 35). Αν ναι, τότε είναι που πραγματικά αγαπούμε τον Χριστό!
Δεν έχει τόση αξία το να αγαπούμε όσους μας αγαπούν. «ποία υμίν χάρις εστί;» (Λουκ. 6, 32). Αξία έχει το να αγαπούμε αυτούς, που μας εχθρεύονται, κι αυτούς, που μας μισούν!

Γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης

Η Πιο Ασυγχωρητη Αμαρτια

 
Η πιο ασυγχώρητη αμαρτία ειναι ..προσβολή και βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος.
 
Αν σου πω, νήστεψε πολλές φορές μου προβάλλεις ως δικαιολογία την ασθένεια του σώματος.
 
Αν σου πω, δώσε στους φτωχούς μου λες ότι είσαι φτωχός και έχεις να αναθρέψεις παιδιά.Αν σου πω να έρχεσαι τακτικά στις Συνάξεις της Εκκλησίας, μου λες, έχω διάφορες μέριμνες.
Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγονται στην Εκκλησία και κατανόησε το βάθος των λόγων του Θεού, μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη μορφώσεως.Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου, μου λες ότι δεν υπακούει όταν τον συμβουλεύω, αφού πολλές φορές του μίλησα και περιφρόνησε τα λόγια μου…Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές και όλα αυτά είναι χλιαρά λόγια, αλλά, παρά ταύτα, μπορείς να προφασίζεσαι.
Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου, ποια από τις προφάσεις αυτές μπορείς να χρησιμοποιήσεις;
Διότι νομίζω, δεν μπορείς να φέρεις ως πρόφαση ούτε ασθένεια σώματος, ούτε φτώχεια, ούτε αμάθεια, ούτε απασχόληση και μέριμνα, ούτε τίποτε άλλο.
Γι’ αυτό απ’ όλες σου τις αμαρτίες, αυτή η αμαρτία θα σου είναι ασυγχώρητη. Αλήθεια, πως θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον Ουρανό; Πως θα κινήσεις τη γλώσσα σου να προσευχηθείς;


Πως θα ζητήσεις συγνώμη;
 
 Ακόμη κι’ αν θέλει ο Θεός να σου συγχωρήσει τις αμαρτίες, δεν Του το επιτρέπεις εσύ, επειδή δεν συγχωρείς τις αμαρτίες του αδελφού σου.
Διότι, αν εσύ ο ίδιος εκδικηθείς και επιτεθείς εναντίον του, είτε με λόγια, είτε με ανάλογες συμπεριφορές, είτε με κατάρες, ο Θεός δεν θα επέμβει πλέον, αφού εσύ ανέλαβες την τιμωρία Του.
Και όχι μόνο δεν θα επέμβει, αλλά και από σένα θα ζητήσει λόγο, διότι φέρθηκες υβριστικά προς Αυτόν.

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Δέκα προτροπές που σου δινει ο Θεος.


1. ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ
Η ζωή σε έφερε αντιμέτωπο με μεγάλες δυσκολίες και δοκιμασίες, και το μόνο που κάνεις είναι να κάθεσαι και να στενοχωριέσαι. Ξέχασες πως Εγώ Είμαι εδώ να σηκώσω όλο το φορτίο σου και να το κουβαλήσω για χάρη σου; Ή μήπως απολαμβάνεις να στενοχωριέσαι με κάθε μικρό πρόβλημα που έρχεται στο δρόμο σου;


2. ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΛΙΣΤΑ
Υπάρχει κάτι που σε απασχολεί και πρέπει να το φροντίσεις; Σημείωσε το σε μια λίστα. Όχι στη ΔΙΚΗ ΣΟΥ λίστα. Γράψ’το στη ΔΙΚΗ ΜΟΥ λίστα που συμπεριλαμβάνει τα πράγματα που πρέπει να κάνω. Άφησέ ΜΕ να φροντίσω ΕΓΩ το πρόβλημά σου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω αν δεν μου πεις εσύ για το πρόβλημά σου. Και αν και η λίστα με τα πράγματα που πρέπει να κάνω είναι μεγάλη, παρόλα αυτά είμαι…Θεός. Μπορώ να φροντίσω κάθε έγνοια σου που τοποθετείς στα χέρια Μου. Στην πραγματικότητα, αν ήξερες όλη την αλήθεια, θα γνώριζες ότι φροντίζω για πολλά πράγματα της ζωής σου ακόμη κι αν εσύ ποτέ δεν το συνειδητοποιείς.


3. ΕΜΠΙΣΤΕΥΣΟΥ ΜΕ
Μια και μου δώσεις το φορτίο σου, μην προσπαθείς να το πάρεις πίσω. Εμπιστεύσου με! Έχε πίστη ότι Εγώ θα φροντίσω όλες τις ανάγκες σου, τα προβλήματα σου και τις δοκιμασίες σου. Έχεις προβλήματα με τα παιδιά σου; Βάλ’το στη λίστα Μου. Έχεις οικονομικά προβλήματα; Βάλ’το στη λίστα Μου. Έχεις προβλήματα με τα συναισθήματα σου; Για χάρη Μου, γράψ’το στη λίστα μου. Θέλω να σε βοηθήσω. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να μου το ζητήσεις.


4. ΑΦΗΣΕ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΟΥ
Μην ξυπνήσεις ένα πρωί και πεις: «Λοιπόν, αισθάνομαι πολύ πιο δυνατός σήμερα, νομίζω πως μπορώ να αντιμετωπίσω το πρόβλημα μου από εδώ και πέρα». Γιατί πιστεύεις πως αισθάνεσαι πιο δυνατός τώρα; Είναι απλό. Γιατί μου έδωσες τα φορτία σου και τώρα τα φροντίζω Εγώ. Επιπλέον, ανανέωσα τις δυνάμεις σου και σε καλύπτω με την ειρήνη Μου. Δεν γνωρίζεις πως αν σου επιστρέψω τα προβλήματα και τα φορτία σου θα βρεθείς πάλι πίσω από εκεί που ξεκίνησες; Άφησε τις έγνοιες σου σε Μένα και ξέχασέ τες! Απλά επέτρεψέ μου να κάνω τη δουλειά μου.


5. ΜΙΛΑ ΜΟΥ
Θέλω να ξεχάσεις πολλά πράγματα. Ξέχνα ότι σε οδηγούνε στην απόγνωση. Ξέχνα τις ανησυχίες σου, εφόσον ξέρεις ότι Εγώ έχω τον έλεγχο. Όμως, υπάρχει ένα πράγμα που εύχομαι να μην ξεχάσεις ποτέ. Σε παρακαλώ, μη ξεχνάς ΝΑ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ-ΣΥΧΝΑ! ΣΕ ΑΓΑΠΩ! Θέλω να ακούω τη φωνή σου. Θέλω να με συμπεριλάβεις στα πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή σου. Θέλω να σε ακούω να μου μιλάς για τους φίλους και την οικογένειά σου. Προσευχή είναι απλά μια συζήτηση ανάμεσα σε σένα και σε Μένα. Θέλω να είμαι ο καλύτερος σου φίλος.


6. ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΠΙΣΤΗ
Μπορώ να δω πολλά πράγματα από εδώ ψηλά τα οποία εσύ δεν μπορείς να δεις από εκεί που είσαι. Να έχεις πίστη σε Μένα γιατί γνωρίζω τι κάνω. Εμπιστεύσου Με. Δε θα ήθελες να βλέπεις αυτά που βλέπουν τα μάτια Μου. Θα συνεχίσω να νοιάζομαι για σένα, να σε προστατεύω, να βλέπω τις ανάγκες σου. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να Μ’ εμπιστευτείς. Αν και τα καθήκοντα μου είναι πολύ μεγαλύτερα από τα δικά σου, φαίνεται σα να δυσκολεύεσαι πολύ να κάνεις το μέρος σου. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να Μ’ εμπιστευτείς;

7. ΜΑΘΕ ΝΑ ΜΟΙΡΑΖΕΣΑΙ
 
Είχες μάθει να μοιράζεσαι όταν ήσουν μόνο δύο χρονών! Πότε ξέχασες να το κάνεις; Ο κανόνας ισχύει και σήμερα! Μοιράσου τις εμπειρίες σου με ανθρώπους που είναι λιγότερο προνομιούχοι από εσένα. Μοιράσου τη χαρά σου με αυτούς που χρειάζονται ενθάρρυνση. Να μοιράζεσαι το γέλιο σου με αυτούς που δεν άκουσαν κανένα γέλιο για πολύ καιρό. Να μοιράζεσαι τα δάκρυα σου με αυτούς που ξέχασαν πώς είναι να κλαις. Να μοιράζεσαι την πίστη σου με αυτούς που δεν έχουν καθόλου πίστη.


8. ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΟΣ
Τα κανόνισα έτσι ώστε μέσα στη ζωή σου, να μπορείς να έχεις τόσες διαφορετικές εμπειρίες. Από παιδί , μεγαλώνοντας γίνεσαι ενήλικος, αποκτάς παιδιά, αλλάζεις εργασία πολλές φορές, ασχολείσαι με διάφορα επαγγέλματα, ταξιδεύεις σε τόσα πολλά μέρη, συναντάς χιλιάδες ανθρώπους, και δοκιμάζεις τόσα πολλά πράγματα. Πως μπορείς , λοιπόν , να είσαι τόσο ανυπόμονος, όταν Μου παίρνει λίγο περισσότερο χρόνο από ότι περιμένεις για να χειριστώ κάτι που υπάρχει στη λίστα μου με τα πράγματα που πρέπει να κάνω; Εμπιστεύσου την δική μου χρονική στιγμή, γιατί ο δικός μου χρόνος είναι τέλειος. Απλά και μόνο , επειδή δημιούργησα όλο το σύμπαν μόνο μέσα σε 6 μέρες, όλοι πιστεύουν ότι πρέπει πάντοτε να βιάζομαι .


9. ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ
Να είσαι ευγενικός, με τους άλλους ανθρώπους, επειδή τους αγαπώ όπως ακριβώς αγαπώ εσένα. Μπορεί να μην ντύνονται σαν και εσένα, ή να μιλούν όπως εσύ, ή να ζουν με τον ίδιο τρόπο που ζεις εσύ, και όμως σας αγαπώ όλους. Σε παρακαλώ προσπάθησε να τα πηγαίνεις καλά μαζί τους για χάρη Μου. Δημιούργησα τον καθένα σας διαφορετικό με κάποιο τρόπο. Θα ήταν πολύ βαρετό αν ήσασταν όλοι πανομοιότυποι. Σε παρακαλώ, να ξέρεις ότι αγαπώ κάθε τι το ξεχωριστό που υπάρχει σε σας.


10. ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ
Παρόλο που σ’ αγαπώ τόσο πολύ, πώς μπορείς να μην αγαπάς τον εαυτό σου; Δημιουργήθηκες από Εμένα, μόνο για ένα λόγο: για να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Είμαι ο Θεός της Αγάπης. Αγάπησέ Με. Αγάπησε τους γείτονές σου. Αλλά επίσης αγάπησε τον εαυτό σου. Η καρδιά μου πονάει όταν σε βλέπω τόσο θυμωμένο με τον εαυτό σου, όταν τα πράγματα είναι άσχημα. Είσαι πολύτιμος για μένα. Αυτό ποτέ να μην το ξεχάσεις…


 ΠΗΓΗ

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Mε θερμή προσευχή συνοδευόμενη από προσοχή, υπομονή και αυτοκριτική

Ο μακάριος Γέροντας ως άνθρωπος της αδιάλειπτης νοεράς προσευχής γνώριζε πολύ καλά την δύναμή της. Πόσο πολύ κατακαίει τον εχθρό και πόση χάρη δίνει στον άνθρωπο. Για ν’ αποβεί όμως η προσευχή ωφέλιμη και καρποφόρα σε κάθε αγωνιζόμενο χριστιανό, για να ενισχύει την πίστη και την ελπίδα του στον Θεό, για να φέρει την υπομονή και την ανδρεία στην ψυχή που δοκιμάζεται, πρέπει να γίνει από τον πιστό μία ανάλογη προετοιμασία, να τηρηθούν κάποιοι όροι για τους οποίους σε πολλά σημεία μας μιλά ο Όσιος Γέροντας.

proseyxh34

Αφετηρία και πρώτο δεδομένο στον αγώνα της προσευχής είναι η μεγάλη προσοχή με την οποία πρέπει να επιτελείται: «προσευχή χωρίς προσοχήν και νήψιν[52] είναι απώλεια χρόνου· κόπος χωρίς πληρωμην».[53] Ο προσευχόμενος πρέπει να προσέχει να μην περισπάται ο νους του στα μάταια του κόσμου, ούτε σε άχρηστες ενθυμήσεις ή βιοτικές μέριμνες αλλά να καταβάλλει όλο τον κόπο και την προσπάθειά του ώστε να συγκεντρώνεται ο νούς του στα λόγια της προσευχής.
Όπως πολύ ορθά παρατηρεί ο Γέροντας Ιωσήφ: «πολλάκις εσύ εύχεσαι και ο νους σου περισπάται… εις όσα εκ συνηθείας έλκεται. Και θέλει βίαν πολλήν να τον αποσπάσεις εκείθεν, να προσέξει τους λόγους της προσευχής».[54]
Καθώς η προσευχή είναι συνομιλία ανθρώπου και Θεού, είναι ένα θείο έργο πρέπει να γίνεται με μεγάλη επιμέλεια και προσοχή, με περισσή φροντίδα και αφοσίωση για να χαρούμε τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.
Ακόμη, σε πολλά σημεία των Επιστολών του μιλά για επιμονή και υπομονή κατά την ώρα της προσευχής. Ο ίδιος στάθηκε ένας μεγάλος βιαστής της ανθρώπινης φύσεως κατά τον προσευχητικό αγώνα και όπως αποκαλύπτει: «ο ιδρώτας έτρεχε βρύσις», «εξ ώρας καθήμενος εις προσευχήν τον νουν δεν εσυγχώρουν να βγή από την καρδίαν».[55]
Η μεγάλη αυτή αφοσίωσή του στον αγώνα της προσευχής, η άκρα νηστεία και τα πολλά και θερμά δάκρυά του έκαμψαν την φιλανθρωπία του Θεού και έλαβε, κατά την πίστη του, την εκπλήρωση του αιτήματός του: το θείο χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής και την έξ αυτού απορρέουσα άκρα υπομονή στον νόμο των αλλοιώσεων που μια τον ανέβαζε στα ουράνια και μια τον κατέβαζε στα καταχθόνια.
Μιμούμενοι κι εμείς το παράδειγμά του ας αφιερώσουμε λίγο περισσότερο από τον χρόνο μας για να προσευχηθούμε ώστε να ελαφρύνουμε, διά της παρηγορίας που θα πάρουμε, τον καθημερινό σταυρό που ο καθένας μας βαστάζει και να γευθούμε, έστω σκιωδώς, τα αγαθά της προσευχητικής βίας αφού ο Όσιος Γέροντας μας βεβαιώνει: «αν δοκιμάση τις μικρόν εξ εκείνων των αγαθών γίνεται ως σίδηρος εν τη υπομονή».[56]
Υπάρχουν Πατέρες της Εκκλησίας οι οποίοι μας συμβουλεύουν πως η καλύτερη αντιμετώπιση των πειρασμών είναι να παρακαλούμε τον Θεό όχι να μας απαλλάξει από αυτούς αλλά να μας δώσει την απαραίτητη υπομονή για να τους βαστάσουμε. Η Εκκλησία μας όμως γνωρίζοντας την ασθένεια της ανθρώπινης φύσεως — παρ’ όλο που έχει αναγεννηθεί με την χάρη του Αγίου Βαπτίσματος η ροπή προς την αμαρτία είναι πολύ ισχυρή – έχει βάλει στα «ειρηνικά» το αίτημα: «υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης…».
Ο Γέροντας Ιωσήφ συνιστά την υπομονή στους πειρασμούς και μας βεβαιώνει πως ο Θεός αμέσως ακούει την ικεσία μας, όμως δεν διώχνει ευθύς τον πειρασμό διότι θέλει να δοκιμάσει την πίστη και την υπομονή μας. Ο Ουράνιος Πατέρας γνωρίζει το αίτημά μας προτού ακόμη Τον παρακαλέσουμε και αποβλέποντας στο αιώνιο κέρδος μας ζητά να υπομείνουμε λίγο ακόμη.
Τα λόγια του Οσίου εκπλήττουν τον νου καθώς προσδίδουν στο θέμα μία νέα διάσταση και παρηγορούν κάθε ψυχή που δοκιμάζεται: «κάτι κρυπτόν πάθος θέλει θεραπεύση μέσα σου ο Χριστός και δι’αυτό αναβάλλει να χορηγήση το αίτημα. Αν λάβης ενωρίτερα… μένει το πάθος σου αθεράπευτον. Εάν περιμένης, λαμβάνεις και το ζητούμενον, και του πάθους την θεραπείαν. Και τότε χαίρεις μεγίστην χαράν και ευχαριστείς θερμώς τον Θεόν όπου τα πάντα σοφώς οικονομεί και όλα προς το συμφέρον μας κάμνει».[57]
Εκτός από την προσοχή και την υπομονή κατά την ώρα της προσευχής ενα ακόμα στοιχείο μας είναι εξαιρετικά χρήσιμο· η ειλικρινής αυτοκριτική μας. Όταν, σε μια ήσυχη ώρα, αναπολούμε τα περιστατικά της ζωής μας, τις πτώσεις και υποχωρήσεις, τις ήττες που υποστήκαμε κατά την διάρκεια του πνευματικού αγώνα, τότε η προσευχή μας θα λάβει ένα άλλο χρώμα, μία άλλη ποιότητα.
Θα λάβει το άρωμα της αυτομεμψίας και της ταπεινώσεως που είναι ιδιαιτέρως προσφιλές στον Πολυεύσπλαχνο Θεό ο Οποίος επείγεται ν’ αναπαύσει τους ταπεινόφρονας, τους «πτωχούς τω πνεύματι». Τότε θα ομολογήσουμε στον εαυτό μας πως δίκαια δοκιμαζόμαστε, δίκαια παραχωρεί ο Θεός τον πειρασμό για να καθαρισθούμε και θα ειρηνεύσουμε με τον εαυτό μας, με τους άλλους και με τον Θεό.
Επίσης, ενθυμούμενοι τις άπειρες ευεργεσίες του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού και της Κυρίας Θεοτόκου στην ζωή μας η προσευχή μας θα αποκτήσει ένα δοξολογικό τόνο και η ψυχή μας θα ενδυναμωθεί να υπομείνει τους πειρασμούς για ν’απολαύσει τις ευλογίες του Θεού που πίσω από αυτούς έρχονται: «και μάρτυς μου ο Θεός ότι εις τους μεγαλυτέρους μου πειρασμούς εύρον την μεγαλυτέραν παράκλησιν. Ανδρίζου λοιπόν και ίσχυε εν Κυρίω υπομένων τους πειρασμούς και πάλιν έρχεται η χάρις».[58]

ε) Mε την συναίσθηση ότι υποφέρουμε για την αγάπη του Χριστού

Στις πραγματικά δύσκολες στιγμές των δοκιμασιών η σκέψη ότι υπομένουμε για την αγάπη του παθόντος για την σωτηρία μας Ιησού Χριστού, είναι βάλσαμο ψυχής κατά τον Γέροντα Ιωσήφ ο οποίος εκφράζει με ακρίβεια την Πατερική Παράδοση. Ας αφήσουμε τον ίδιο να μας το διδάξει με τον χαρακτηριστικό του τρόπο: «Και ό,τι συμβή, φωνάζεις το σύνθημα· Διά την αγάπην σου, Ιησού μου, γλυκεία αγάπη!, βαστάζω τας ύβρεις, ονείδη, αδικίας, κόπους και πάσας τας θλίψεις, ό,τι ήθελε μου συμβή. Και ευθύς, τοιαύτα λογιζόμενος, το φορτίον του πόνου ελαφρούται».[59]
Κάποτε ίσως αναρωτηθούμε: είναι δυνατόν ο Θεός να απαιτεί από τους δικούς Του να περνούν από δοκιμασίες; Έχει ανάγκη ο Θεός από τις θλίψεις των ανθρώπων; Ο Γέροντας Ιωσήφ μας δίνει την απάντηση: «ο Θεός… δεν χρήζει της εργασίας του ανθρώπου. Χαίρει όμως… όταν διά την αγάπην Του μαρτυρούμεν και πάσχωμεν. Δι ’ αυτό και μας στεφανώνει ως αθλητάς, μας χαρίζει πλουσίως την χάριν Του».[60]
Ο ίδιος ο Γέροντας Ιωσήφ δεχόμενος κάποτε πολλούς και αλλεπάλληλους πειρασμούς που δεν τον άφηναν στιγμή να ανασάνει, έφθασε στο σημείο να νιώθει πίκρα και λύπη μεγάλη. Αισθανόταν πως αδικείται από τον Θεό. Τότε άκουσε μέσα του μία γλυκύτατη, καθαρή και γεμάτη συμπάθεια φωνή να του λέει: «Δεν τα υπομένεις όλα διά την ιδικήν μου αγάπην;».[61] Αμέσως μετενόησε και πολλά θερμά δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του επειδή άφησε τον εαυτό του να κυριευθεί από την λύπη και την αθυμία.
Καθώς ο Γέροντας σταυρώθηκε εκουσίως για την αγάπη του Χριστού και έχοντας υπομείνει τα πάντα για τον Νυμφίο της ψυχής του δέχθηκε άφθονα και τις ανέκφραστες παρηγοριές που δίδει ο Θεός στους δικούς Του. Γι’αυτό, από προσωπική πείρα συμβουλεύει ένα πνευματικό του παιδί: «Λοιπόν, εάν θέλης… να γευθής και συ την αγάπην του Χριστού, υπόμεινον εις ό,τι σου έλθη. Όχι, όπου αρέσεις εσύ, αλλ’ όπου θέληση ο Κύριος να σε δοκιμάση».[62]
Στην αρχή της πνευματικής μας ζωής με κόπο τηρούμε τις εντολές του Θεού καθώς ο παλαιός άνθρωπος που φέρουμε μέσα μας με τις κακές επιθυμίες και τις παγιωμένες συνήθειες μας ενοχλεί. Όσο όμως προχωρούμε στον πνευματικό αγώνα με ευκολία και χαρά εφαρμόζουμε το θέλημα του Θεού στην ζωή μας και όσο ο ζήλος μας αυξάνει επινοούμε τρόπους ώστε να ασκηθούμε εντονότερα, μόνο και μόνο για να ανταποδώσουμε κάτι στην μεγάλη θυσία του Κυρίου για μας.
Η ασκητική μας αυτή προσπάθεια ευαρεστεί τον ανενδεή Θεό και είναι επαινετή. Περισσότερο όμως Τον ευαρεστούμε όταν υπομένουμε με ευχαριστία και δοξολογία τις θλίψεις που Εκείνος μας στέλνει, όταν πάσχουμε για την Αγάπη Του ακούσια: «ουδέν είναι αυτά όπου κάμνομεν ημείς προαιρετικώς, όσον ανώτερα μυριοπλασίως είναι εκείνα όπου μας στέλνει ο Κύριος παρά την προαίρεσιν».[63]
Και αλλού συμπληρώνει: «Τώρα έχεις μισθόν. Τώρα δεικνύεις ότι αγαπάς τον Χριστόν, όχι όταν είναι η χάρις… Ανάγνωθι να ιδής πόσην κακοπάθειαν μετεχειρίσθησαν οι Άγιοι… πόσον εκουσίως – ακουσίως έθλιψαν εαυτούς… Διά τούτο ευωδιάζουν και μυροβλύζουν τα μαρτυρικά και οσιακά αυτών άγια λείψανα».[64]
Μελετώντας τα θεία αυτά λόγια κάθε ψυχή που χειμάζεται θα αισθανθεί την γλυκύτητα της Θείας Παρηγορίας που ο Όσιος πλούσια απέλαυε και με δαψίλεια μας χαρίζει.

στ) Mε την σκέψην ότι ο χαρακτήρας των δοκιμασιών είναι προσωρινός

Διαβάζοντας το βιβλίο του Ιώβ — αιώνιο πρότυπο υπομονής των θλίψεων — μένουμε έκπληκτοι μπροστά στην ανδρεία της ψυχής του και στο ακλόνητο της εμπιστοσύνης του στον Θεό. Αν αναζητήσουμε τα λόγια του θα βρούμε το μυστικό της μεγάλης υπομονής και καρτερίας του: «ιδού αναμένω χρόνον έτι μικρόν προσδεχόμενος την ελπίδα της σωτηρίας μου».[65]
Θα περιμένω λίγο ακόμη χρόνο και έχω την έλπίδα ότι θα βρω την θεραπεία και θ’ απαλλαγώ από την οδυνηρή αυτή κατάσταση.
Ας σταθούμε στο έτι μικρόν: λίγο ακόμη. Ας περιμένω, ας υπομείνω λίγο ακόμα κι έχει ο Θεός. Όταν εμείς λέμε: εξαντλήθηκε η υπομονή μου, αυτό αρκεί για να μας καταλάβει η ανυπομονησία και να διακόψουμε κάθε καλή προσπάθεια υπομονής και καρτερίας. Αν όμως ενθαρρύνουμε τον εαυτό μας λέγοντας: ας υπομείνω λίγο ακόμη, τότε ο Θεός βλέποντας την βία που επιβάλλουμε στον εαυτό μας, θα μας βοηθήσει ταχύτερα και θα άρει τον πειρασμό. Την θέση του Δικαίου Ιώβ υιοθετούσε και ασπαζόταν και ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ όταν έγραφε: «ανδρίζου, ψυχή μου, να λέγης. Αυτός μόνον είναι ο πειρασμός, η δοκιμασία, η θλίψις· και μετά εν ημέραις πολλαίς θα έχης ειρήνην και χαράν και χάριν».[66]
Ας μην ξεχνούμε πως οι δοκιμασίες διαρκούν όσο και η σύντομη επίγεια ζωή μας. Ο χρόνος των θλίψεων είναι περιορισμένος. Παροδικές οι δοκιμασίες, όπως παροδική και η ζωή μας. Κατανοώντας την ματαιότητα του κόσμου και φιλοσοφώντας πάνω στο βραχύβιο των πειρασμών θα λάβουμε πολλή δύναμη και αντοχή στις ποικίλες δοκιμασίες που τυχόν θα μας έρθουν.
Αναλογιζόμενοι την μέλλουσα μακαριότητα των δικαίων θα βεβαιωθούμε ότι είναι πολύ μικρά τα παθήματα της παρούσης ζωής σε σύγκριση με την άληκτη μακαριότητα της αληθινής, χωρίς τέλος, ζωής. Κατά τον λόγο του Απ. Παύλου: «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς».[67]
Η γνώση αυτή που εδράζεται στην ελπίδα της μελλοντικής απολαύσεως και ευτυχίας μας χαροποιεί και ενδυναμώνει να υπομείνουμε το καθετί για να συμβασιλεύσουμε με τον Βασιλέα Χριστό: «μακαρία λοιπόν, τέκνον μου, η ώρα εν η μέλλομεν – εάν αξιωθώμεν — την ψυχήν μας παραδώσαι καθαράν τω Κυρίω και συνευφραίνεσθαι μετά πάντων… όπου τοίς πάσι, εν πάσι και επί πάσι, βασιλεύει Ιησούς Χριστός γλυκύς Σωτήρ… Τριάς Αγία Αχώριστος· νυν και αεί και εις τους απεράντους αιώνας των ατελευτήτων αιώνων. Αμήν».[68]
ζ) Mη ζητώντας δικαίωση σ’ αυτή τη ζωή

Ο θεοφόρος Γέροντας βλέποντας καθαρά, με τα πνευματικά του μάτια, συλλαμβάνει το αληθινό νόημα της ζωής και διαπιστώνει μια μεγάλη παραδοξότητα. Στην πνευματική ζωή δεν κερδίζει αυτός που φέρεται έξυπνα, ευγενικά και θεωρείται επιτυχημένος με τα κοσμικά κριτήρια. Όχι πως δεν χρειάζεται η ευγένεια και η εξυπνάδα. Κάθε άλλο!
Αλλά ο Όσιος Γέροντας θεωρεί επιτυχημένο αυτόν που υβρίζεται και μακροθυμεί. Αυτόν που αδικείται και συγχωρεί. Αυτόν που συκοφαντείται και υπομένει, εκείνον που γίνεται σφουγγάρι που καθαρίζει ό,τι ακούει, ό,τι του λένε, ό,τι και να είναι αυτά.
Αυτός καθαρίζεται και λαμπρύνεται περισσότερο. Αυτός φθάνει σε μεγάλα πνευματικά μέτρα. Αυτός εντρυφά στις θεωρίες των μυστηρίων του Θεού. Αυτός είναι από εδώ μέσα στον Παράδεισο.
Και όταν έλθει η ευλογημένη ώρα και κλείσουν τα υλικά μάτια, θα ανοίξουν τα εσωτερικά μάτια της ψυχής. Τότε, χωρίς κάν να το καταλάβει, θα βρεθεί στο άϋλο Φως. Από τις θλίψεις στην ανάπαυση, από την ταραχή του κόσμου αυτού στο ατάραχο λιμάνι. Από τον πόλεμο στην παντοτινή και αδιατάρακτη ειρήνη.
Και οποίος αδικείται στον κόσμο αυτό και θελήσει να βρει το δίκιο του εδώ, ας γνωρίζει ότι είναι αυτό: να υπομένει το βάρος του αδελφού του μέχρις εσχάτης αναπνοής και να κάνει υπομονή σε όλα τα λυπηρά και δυσάρεστα αυτής της ζωής. Και συμπληρώνει ο Όσιος Γέροντας: «τότε δικαίως ο Κύριος παρακαλεί τη ψυχήν και ευφραίνει αυτήν».[69]

Επίλογος
Προσπάθησα, όσο μπορούσα, να θίξω τα σπουδαιότερα από όσα αναφέρονται στις Επιστολές του Γέροντος Ιωσήφ περί πειρασμών. Είναι ένα μεγάλο θέμα που ασφαλώς δεν εξαντλείται εδώ.
Ελπίζω από τα λίγα αυτά να έγινε φανερή η ωφέλεια των δοκιμασιών σε όσους επιζητούν την ψυχική τους θεραπεία, αφού η υγεία της ψυχής είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την αιώνια σωτηρία μας. Ο πόνος και η θλίψη γίνονται πικρά φάρμακα, «αψίνθια» κατά τον π. Ιωσήφ, που εμπεριέχουν δραστικότατη ιαματική ενέργεια που θεραπεύει τις αρρώστιες της ψυχής. «Αν και μας είναι πικρόν το αψίνθιον, αλλ’ όμως καθαρίζει το αίμα και υγιαίνει το σώμα μας. Χωρίς πειρασμόν δεν γνωρίζονται αί αγνές ψυχές, δεν φαίνεται η αρετή, δεν διακρίνεται η υπομονή. Χωρίς πειρασμούς αδύνατον η υγεία της ψυχής να φανή. Αυτό είναι το καθαρτήριον πυρ, όπου καθαράν και λαμπράν απεργάζεται την ψυχήν».[70]
Ξεκινώντας την μικρή μας πνευματική προσπάθεια με την γνώση του εαυτού μας αλλά και των παγίδων του εχθρού και αντιμετωπίζοντας με προσευχή, υπομονή και ευχαριστία ό,τι ο Πανάγαθος Θεός επιτρέψει για το συμφέρον μας προετοιμαζόμαστε για την κατά Θεόν καλλιέργεια της ψυχής μας ώστε μέσω των θλίψεων να φθάσουμε στην επιθυμητή καθαρότητα και στην θέαση και κοινωνία μετά του Θεού που είναι ο βαθύς και αληθινός προορισμός του ανθρώπου.
Στην προσπάθειά μας αυτή μέσω των θεοφόρων Επιστολών του μας χειραγωγεί πατρικά και ουσιαστικά ο Όσιος Γέροντας δείχνοντάς μας τον δρόμο: «Δι ’ αυτό μας αφήνει τους πειρασμούς ο Χριστός, να καθαριζώμεθα από τας προλήψεις. Αυτό είναι το σαπούνι και ο κόπανος όπου κτύπων μας λευκαίνει… Και όμως η χάρις του Χριστού και της Παναγίας μας όλα τα διαλύει. Έχε υπομονήν… αυτός είναι ο δρόμος κατά αλήθειαν, αδελφή μου… και ο γράφων σοι εκ πείρας την αλήθειαν μαρτυρεί….Ανδρίζου λοιπόν και ίσχυε εν Κυρίω υπομένουσα εις ό,τι σου έρχεται, εκδεχομένη ομού με τον πόνον γαλήνην και χάριν Θεού».[71]
Είθε ο Όσιος Πατέρας μας από τον θρόνο του Υψίστου όπου βρίσκεται μετά μεγάλης παρρησίας, να δέεται ακατάπαυστα για όλους μας, ώστε παίρνοντας την «εξ ύψους δύναμιν» να υπομένουμε με χαρά όλα τα παιδαγωγικά μέσα της αγάπης του Θεού. Να δεχόμαστε όχι μόνο τα ευχάριστα αλλά και τα δυσάρεστα. Και ακόμα, να συμπαραστεκόμαστε με αγάπη και φιλαδελφία στους αδελφούς μας που δοκιμάζονται, διότι απαλύνοντας τον δικό τους πόνο όχι  μόνο εκπληρώνουμε το αδελφικό μας χρέος αλλά ελαφρύνουμε και τον δικό μας σταυρό γινόμενοι μιμητές του σταυρωθέντος Κυρίου «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας».[72]
Τότε, δι’ ευχών του θείου Πατρός Ιωσήφ του Ησυχαστού, είθε να αξιωθούμε ν’ απολαύσουμε ένα μέρος από όσα εξαίσια περιγράφει στο κείμενό του «περί αγάπης»: «ημών εν απλότητι περιπατούντων και τας εντολάς τηρούντων και τας κινήσεις του νου καλώς φυλασσόντων… και εν βία και ταπεινώσει ημών συντριβόντων τότε αξιούμεθα της θεοπτίας και την Βάτον βλέπειν υπό του θείου πυράς της Αγάπης εν ταίς καρδίαις ημών καιομένην και μη καταφλεγομένην». Αμήν.[73]

 http://www.pemptousia.gr/mobile/single.php?post_id=117209

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Αν σηκώσουμε το Σταυρό μας....




Σε όλους μας ο Θεός δίνει έναν σταυρό, που είναι οι διάφορες σωματικές, ψυχικές και πνευματικές ασθένειες.

Σωματικές ασθένειες είναι οι ποικίλες αρρώστιες του σώματος, για τις οποίες δεν φταίμε εμείς, αλλά αφείλονται σε λόγους οργανικούς. Ψυχικές ασθένειες είναι η φυσική νωθρότης του οργανισμού, αργόνοια, η μελαγχολία, η αδυναμία συγκεντρώσεως του νού.

Πνευματικές δε αρρώστιες είναι ο εγωισμό, ο φανατισμός, η υπερβολική τάσις για κάτι... Απο τις τρείς αυτές κατηγορίες φοβερώτερες είναι οι πνευματικές ασθένειες, γιατί είναι βαθύτερες. Εάν θέλωμε να μας φύγη αυτός ο σταυρός των ασθενειών, δεν θα το καταφέρωμε, μόνο θα χάσουμε τα χρόνια μας. Εάν όμως τον σηκώσουμε, θα προχωράμε στον αγώνα μας, και όλη μας η ζωή θα γίνη μια γεφυρούλα που θα μας περάσει στον ουρανο.

ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ

Αρχιμ. Αιμιλανού Σιμωνοπετρίτου


http://perivolipanagias.blogspot.gr/

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΣΑΡΚΙΚΩΝ ΠΑΘΩΝ



Ομιλία του π.Αθανασιου μητροπολίτη Λεμεσού.


Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΟΥΔΑ ΤΟ ΘΑΔΔΑΙΟ




Η παρακάτω Προσευχή, είναι Προσευχή εννεαημέρου, προς τον

Άγιο Ιούδα το Θαδδαίο. Λέγεται, ότι όταν συναντάμε προβλήματα

ή όταν δεν φαίνεται να υπάρχει βοήθεια και έχουμε σχεδόν απελπιστεί.
Οι προσευχές του εννεαημέρου πρέπει να λέγονται έξι (6) φορές την ημέρα, επί εννέα (9) συνεχείς ημέρες. Οι προσευχές εισακούγονται την εννάτη και πριν και ποτέ μέχρι τώρα δεν απέτυχαν. Θα λάβετε τη Χάρη που ζητάτε, όσο απραγματοποίητη κι αν φαίνεται.

Προσευχή:
Αγιώτατε Απόστολε, Άγιε Ιούδα Θαδδαίε, πιστέ υπηρέτη και φίλε του Ιησού, η Ορθοδοξία, σ’ όλον τον κόσμο σε τιμά και σε επικαλείτε ως Προστάτη των απελπισμένων υποθέσεων, αυτών για τις οποίες έχει χαθεί κάθε ελπίδα.
Προσευχήσου για μένα. Είμαι τόσο απελπισμένος/η και μόνος/η. Σε ικετεύω κάνε χρήση αυτής της ιδιαίτερης Χάρης που σου έχει δοθεί, να φέρνεις ορατή και γρήγορη βοήθεια όπου δεν υπάρχει καμμία σχεδόν ελπίδα βοηθείας. Βοήθησέ με τούτη την ώρα της ανάγκης, για να μπορέσω να λάβω την παρηγοριά και την βοήθεια της Αγίας Τριάδος, σ’ όλες μου τις ανάγκες, δοκιμασίες, και βάσανα – (εδώ εκφράζετε το αίτημά σας) – και να μπορώ να υμνώ τον Χριστό μαζί με σένα και με όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς.

Υπόσχομαι, ω ευλογημένε Άγιε Ιούδα Θαδδαίε, να ενθυμούμαι πάντοτε αυτή τη μεγάλη Χάρη. Να σε τιμώ πάντοτε, ιδιαίτερα ως τον πιο δυνατό προστάτη μου, και μ’ ευγνωμοσύνη να ενθαρρύνω την ευλάβεια προς εσένα, ΑΜΗΝ.

Είθε το όνομα της Αγίας Τριαάδος να λατρεύεται και να υμνείται απ’ όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, στους αιώνες των αιώνων, ΑΜΗΝ.

Είθε το όνομα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, να υμνείται και να δοξάζεται τώρα και παντοτεινά, ΑΜΗΝ.

Άγιε Ιούδα Θαδδαίε δεήσου για μας και άκουσε τις προσευχές μας, ΑΜΗΝ.

Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Ιησού Χριστού. Ας είναι ευλογημένο το όνομα της Υπεραγίας και Αειπαρθένου Μαρίας. Ας είναι ευλογημένος ο Άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος.

Σ’ όλο τον κόσμο και σ’ όλους τους αιώνες, ΑΜΗΝ.

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς,
αγιασθήτω το όνομά Σου,
ελθέτω η Βασιλεία Σου,
γενηθήτω το θέλημά Σου
ως εν ουρανώ και επί της γης.
Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον,
και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών,
ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών.
Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν,
αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. ΑΜΗΝ.

Χαίρε Μαρία Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ο Ιησούς. Υπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών νυν και αεί και την ώρα του θανάτου ημών, ΑΜΗΝ.

http://www.agioritikovima.gr/
Επιμέλεια: Κυριάκος Διαμαντόπουλος

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. !ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΘΑΥΜΑΤΑ!!!!

022


Η Ελπίδα σας στο Θεό! Έχουμε μεγάλο και σκληρό αγώνα, πρέπει να νικηθούν οι δαίμονες και πρέπει να νικήσει ο χριστιανισμός.
Να έχεις πίστη στο Θεό και να κάνεις προσευχή και ο Θεός θα βοηθήσει περισσότερο από δικηγόρους και περισσότερο από ανθρώπους.
Του κόσμου τους ανθρώπους να έχεις, άμα ο Θεός δεν θέλει, δεν γίνεται τίποτα. Όσα και να πούμε, χιλιάδες κηρύγματα να ακούσετε, αν δεν έρθει το άγιο Πνεύμα για να μας στερεώσει, να μας στηρίξει και να μας βοηθήσει, αν δεν έρθει η χάρις του Θεού, τίποτε δεν κάνουμε.
Γι’ αυτό λέει ο απόστολος Παύλος· «Αυτός δε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και ο Θεός και πατήρ ημών, ο αγαπήσας ημάς και δους παράκλησιν αιωνίαν και ελπίδα αγαθήν εν χάριτι, παρακαλέσαι υμών τάς καρδίας και στήριξαι υμάς εν παντί λόγω και έργω αγαθώ» (Β Θεσ. 2,16-17).
Σας τα είπα αυτά, λέει, και παρακαλώ το Θεό να σας στηρίξει, να σας δυναμώσει, να σας βοηθήσει για να μην πέσετε στην αμαρτία.
Πέτρος να είσαι, Παύλος να είσαι, ασκητής Αντώνιος να είσαι στα βουνά να πας, μην έχεις αυτοπεποίθηση. Να φοβάσαι τον εαυτό σου και να μην του έχεις εμπιστοσύνη. Ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας. Οι άλλοι δεν μπορούν τόσο να σε βλάψουν, όσο μπορείς να βλάψεις εσύ τον εαυτό σου, με τις βλακείες σου, με τις ανοησίες σου, με τα εγκλήματα σου, με τις απατεωνιές σου και με τα σφάλματά σου. Εσύ λοιπόν είσαι ο μεγαλύτερος εχθρός του εαυτού σου.
Να μην έχουμε ποτέ εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αλλά να παρακαλούμε το Θεό για να μας στερεώσει στην πίστη. Γιατί αν έρθει κανένας διωγμός εδώ πέρα -και προφητεύω ότι θα έρθει-, θα γίνουν φοβερά πράγματα· τότε θα πέσει το κόσκινο το μεγάλο. Και θα είμεθα τότε ευτυχείς, αν μείνουν μέσα στην πόλη 100-200 Χριστιανοί.
Τους άλλους θα τους πάρει το ρεύμα. Θα τους σηκώσει ως άχυρο, που το φυσά το σηκώνει και το πετά ο άνεμος. Έτσι θα τους σηκώσει όλους αυτή η θύελλα του διαβόλου, αυτός ο άνεμος. Και θα μείνουν μόνο τα βράχια. Όσοι είναι σταθεροί, μόνο αυτοί θα μείνουν κοντά στο Θεό. Τους άλλους θα τους πάρει το ρεύμα του ποταμού και θα τους καταστρέψει και θα τους διαλύσει.
Η Προσευχή πανίσχυρο όπλο
Τι πρέπει να κάνουμε, ευρισκόμενοι σ’ αυτό τον αιώνα, σ’ αυτή τη γη, για να μείνουμε με το Χριστό; Ιδού τι μας συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος. Ένα όπλο πανίσχυρο, που πρέπει πάντοτε να έχουμε μαζί μας οι Χριστιανοί, είναι η προσευχή. Να μην είμαστε άοπλοι σ’ αυτή την σκληρά μάχη.
«Το λοιπόν προσεύχεσθε, αδελφοί, περί ημών» (Β Θεσ. 3,1). Σ’ αυτά τα χρόνια που ζούμε, σας παρακαλώ πολύ, λέει ο απόστολος, προσεύχεσθε για μένα. Ένας Παύλος παρακαλούσε τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης να προσεύχονται γι’ αυτόν! Το σκεφτήκατε αυτό; Αν ο Παύλος είχε ανάγκη από τις προσευχές των Χριστιανών, πόσο μάλλον εμείς;
Αλλά εμείς αυτή την προσευχή, που είναι όπλο ισχυρό – πανίσχυρο για όλες μας τις ανάγκες, υλικές και πνευματικές, την αμελούμε.
Έχουμε μεγάλο και σκληρό αγώνα. Πρέπει να νικηθούν οι δαίμονες. Και πρέπει να νικήσει ο χριστιανισμός. Βοηθήστε και εσείς οι Χριστιανοί. Και σήμερα, αν δεν έχουν επιτυχία οι επίσκοποι και οι ιεροκήρυκες, αιτία είναι ότι δεν προσεύχονται γι’ αυτούς οι Χριστιανοί.
Αν πίσω από κάθε επίσκοπο, πίσω από κάθε κήρυκα του ευαγγελίου, υπήρχαν δέκα άνθρωποι να προσεύχονται, για να τους δυναμώνει ο Θεός και να τους φωτίζει, θαύματα θα γίνονταν. Τώρα εμείς είμαστε θεομπαίκτες. Βλέπεις τον κήρυκα του ευαγγελίου να ανεβαίνει στον άμβωνα; Παρακάλεσε το Θεό να τον φωτίσει, για να πει πέντε λόγια σωστά. Βλέπεις τον ιερέα; Παρακάλεσε το Θεό να τον δυναμώσει στον σκληρό αυτό αγώνα που έχουμε.
Κάντε προσευχή και θα δείτε θαύματα
Το πρωί που σηκώνεστε κάνετε προσευχή; Διαβάζετε Γραφή; Ψάλλετε το Θεό; Προσευχή, παιδιά· «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α Θεσ. 5,17).
Θα δούμε θαύματα – θα δείτε θαύματα, παιδιά, στη ζωή σας. Τώρα στα γηρατειά μου, κάθομαι καμιά φορά και θυμούμαι τα θαύματα που έκανε ο Θεός στη ζωή μου και δακρύζω.
Θαύματα· μικρό παιδί πως εσώθηκα! Είχαμε ένα κήπο μικρό εκεί στο σπιτάκι και ήταν τότε τα πηγάδια ανοιχτά. Και εγώ μικρός ήμουν πολύ ζωηρός. Ξαφνικά, εκεί που έτρεχα, γλιστρώ και πέφτω κάτω στο στόμιο του πηγαδιού. Το σώμα μου το μισό σχεδόν κοιτούσε μέσα στο πηγάδι, ευτυχώς η ισορροπία του σώματος μου ήταν προς τα έξω. Λίγο τι και θα έπεφτα μέσα. Αφού έβλεπα σαν καθρέπτη το νερό. Μόλις κατόρθωσα και γλίτωσα. Αν έπεφτα μέσα, θα είχα πνιγεί. Κάποια προσευχή με έσωσε.
Έχω κι άλλες πολλές περιπτώσεις, μεγάλες. Βλέπει ο άνθρωπος θαύματα στην προσευχή. Λοιπόν έτσι να κάνετε και εσείς και ο Κύριος θα σας σώσει και από σωματικούς κινδύνους και από πνευματικούς κινδύνους· μεγάλα και θαυμαστά θα ποιήσει ο Κύριος. Μεγάλα εν Χριστώ. Όχι εμείς οι μικροί και ανάξιοι, αλλά η δύναμη του Κυρίου, «η Θεία χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλειπόντα αναπληρούσα» (ακολ. χειροτ.).
Ο Θεός θα δώσει τη χάρη, όταν υπάρχει ταπείνωση, αγάπη, συναίσθηση ότι είμεθα ένα μηδενικό. Και τα μηδενικά αξιοποιούνται. Διαβάστε το βιβλίο «Ακολούθει μοι». Εκεί στο τέλος γράφει· Τα μηδενικά αξιοποιούνται, όταν υπάρχει μπροστά η μονάδα.
Αν έχεις ένα μηδενικό, γίνεται δέκα· αν έχεις δύο μηδενικά, γίνεται εκατό· αν έχεις τρία μηδενικά γίνεται χίλια… Η συναίσθηση της μηδαμινότητος μας όταν έχουμε μπροστά τον Ένα. «Έν τω Θεώ ποιήσομεν δύναμιν» (Ψαλμ. 59,14). Θα τα δούμε αυτά. Δεν είναι μύθος ο χριστιανισμός, αλλά είναι μία πραγματικότης την οποία την αισθανόμεθα και καθένας Χριστιανός είναι ένας μικρός Χριστός. Διαβάστε το βιβλίο που συνέστησα και στους ιερείς «Η ζωή Του ζωή μου».
Λοιπόν είμεθα σύμφωνοι; Πνευματικοί άνθρωποι να είστε, να προσεύχεστε και για μας και για την Εκκλησία ολόκληρον. Άντε στο καλό, στην ευχή του Χριστού· και δεν πειράζει, παιδάκι μου, θα τραβήξομε εμείς το δρόμο μας.
Ο Χριστός «Λοιδορούμενος ούκ αντελοιδόρει» (Α΄ Πετρ. 2,23) και οι απόστολοι έλεγαν «λοιδορούμενοι ευλογούμεν» (Α ΄ Κορ. 4,12).

Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου – «Οι Χριστιανοί στους Έσχατους καιρούς» 

http://panagiamegalohari.gr/

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Ειδα μια μάνα....




Είδα μια μάνα να κοιτά το παιδί της που περπάτησε για πρώτη φορά.
Το πρόσωπό της έλαμψε, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, η αγκαλιά της γέμισε με ευγνωμοσύνη. 
Θαύμασα για την αγάπη της, θαύμασα για το δέσιμό της με το παιδί της...
Είδα μια μάνα να κοιτά το παιδί της να σταυρώνεται χωρίς να φταίει σε τίποτα.
Το σώμα του γεμάτο πληγές να καρφώνεται πάνω σε σταυρό. Άλλοι να το βρίζουν, 
άλλοι να το κοροϊδεύουν, άλλοι να παίζουν στα ζάρια τα ενδύματά του...
Και το πρόσωπό της μάνας αυτής έμεινε ατάραχο, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, 
το στόμα της όμως δεν άνοιξε, 
κραυγή και παράπονο δεν ακούστηκε...
η καρδιά της γέμισε συγχώρηση όταν στην αγκαλιά της έλαβε το τέκνο της νεκρό.
Θαύμασα αυτήν την μάνα, όχι γιατί δεν ούρλιαξε από πόνο, αλλά γιατί τον πόνο της τον έκανε αγάπη... 
και από μάνα του Θεανθρώπου έγινε Μάνα όλων μας....

Γιατί τρώμε ψαρόσουπα μετά την ταφή;



Η κατανάλωση ψαρόσουπας μετά την ταφή, είναι ένα αρχαίο (ελληνικό) έθιμο, αλλά ουδεμία σχέση έχει με την ορθόδοξη μας παράδοση.
Μέχρι τον 4ο αι. , κατά τα μνημόσυνα, προσέφεραν ψωμί και κρασί με ελιές ή τυρί ή ρύζι και ευχόταν «μακαρία ή μνήμη αυτού». Γι’ αυτό και λέγονταν «μακαριαί». Απομεινάρια αυτών των εκδηλώσεων είναι τα σημερινά αρτουλάκια και ο καφές τα οποία προσφέρονται κατά τα μνημόσυνα σήμερα από τούς συγγενείς τού κοιμηθέντος.
Αυτό που ανήκει στην παράδοση μας και έχει σχέση με την χριστιανική φιλοξενία, είναι η περιποίηση και η ευχαρίστηση των παρευρισκομένων σε μια κηδεία ή σε ένα μνημόσυνο.
Τώρα, τι θα καταναλωθεί δεν έχει τόσο σημασία. (Αν βέβαια είναι περίοδος νηστείας ή μέρα νηστείας, προσφέρονται νηστίσιμα).
Ίσως η ψαρόσουπα είναι πιο πρακτική να καταναλωθεί και πιο εύπεπτη, γιαυτό προτιμάται περισσότερο. Έτσι, είναι όμορφο, για κάποιον που ήρθε από μακριά για να προσευχηθεί για τον νεκρό μας, να του προσφέρουμε ένα πιάτο ζεστό φαγητό, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την απόσταση που διένυσε, για να παρευρεθεί στο μνημόσυνο ή στην κηδεία. Το ίδιο ισχύει και για τον καφέ που προσφέρεται.


Άρα, δεν τρώμε απαραιτήτως μετά την ταφή και δεν τρώμε απαραιτήτως ψαρόσουπα.

Καύση ή ταφή;

Αποτέλεσμα εικόνας για Καύση ή ταφή


Καύση νεκρών: Αμετάκλητη λήθη ή αιώνια μνήμη;
Αρχιμ. π. Νικολάου Χατζηνικολάου
Υπάρχουν δύο βασικές αλήθειες για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη σχετικά με τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα και η δεύτερη ότι η ψυχή του είναι αιώνια στη φύση της.Το σώμα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή του και η ψυχή με την θεϊκή πραγματικότητα.
Η Εκκλησία δεν έχει μόνο διδασκαλία περί της ψυχής, αλλά βαθιά εμπειρία της. Δεν έχει απλά άποψη επί του θέματος έχει βίωση αληθείας. Η αποκάλυψή της δεν της προσφέρεται μόνον διδακτικά, αλλά της επαληθεύεται βιωματικά. Δεν λέει αυτό που ξέρει αλλά μεταγγίζει αυτό που ζει. Όταν βλέπει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, δεν αντικρίζει σ΄αυτόν μόνο το σώμα του ή τη χρονική παρουσία του, αλλά βλέπει την εικόνα του Θεού να αντικατοπτρίζεται στην ψυχή του και διακρίνει την αιώνια διάστασή του. Αυτό πως να το αρνηθεί η Εκκλησία;
Άνθρωπος δεν είναι το σώμα, η υγεία, αυτό που βλέπουμε. Ούτε πάλι η ψυχή ως διάθεση, ως ψυχισμός, ως έκφραση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ως φυσικό στοιχείο συμπεριφοράς – αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνατης θεϊκής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης.Κάθε τι που σχετίζεται με την ψυχή αποτελεί ιερό γεγονός ή στοιχείο έχει να κάνει με την σωτηρία, τον εξαγιασμό, την ένωση με τον Θεό, την βίωση της αιώνιας προοπτικής του ανθρώπου. Αυτό είναι το στοιχείο που, επειδή είναι υπαρκτό καθιστά τον άνθρωπο ιερό.
Η ψυχή μ΄αυτήν την έννοια, περιφρουρείται μέσα στο σώμα που το μεταμορφώνει σε ναό. Το σώμα που διαφυλάσσει το θησαυρό της ψυχής δεν είναι φυλακή. Ένα σώμα όμως που εν ζωή δεν το σεβαστήκαμε, ούτε καν φιλόζωα το διατηρήσαμε, που βιολογικά μεν το περιποιηθήκαμε στα εργαστήρια, ουσιαστικά όμως το καταστρέψαμε στην πρακτική της ζωής ένα σώμα στο οποίο η ιατρική δεν καλείται να θεραπεύσει μόνο τις συνέπειες της φυσιολογικής φθοράς επάνω του, αλλά και του ανορθόδοξου τρόπου και της αντίληψης ζωής μέσα του ένα σώμα που η ίδια η ψυχή μας το αγνόησε, και αντί μαζί του να επιτελέσει τον ιερουργικό σκοπό της, ικανοποίησε τις φιλήδονες τάσεις και τις αμαρτωλές διαθέσεις της -και μάλιστα με την αποδοχή και νομική κάλυψη της κοινωνίας-, αυτό το σώμα είναι εύκολο αυτή η κοινωνία και ψυχή να θέλουν να το κάψουν για να ολοκληρώσουν το έργο τους και να εξαφανίσουν την ασέβειά τους.
Για την Εκκλησία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Το σώμα, όσο ο άνθρωπος είναι εν ζωή, το βλέπει ως θυσιαστήριο. Γι΄αυτό και η βάναυση επέμβαση επάνω του και η υποταγή του στις ορμές, που δουλώνουν το αυτεξούσιο, δηλώνουν ασέβεια και αποτελούν βεβήλωση και αμαρτία. Η συντήρηση και τροφοδοσία του γίνεται πάντοτε με προσευχή -προσευχές της τραπέζης- η φροντίδα της υγείας του που συνδυάζεται με μυστήριο – το ευχέλαιο-, η αναπαραγωγή του με άλλο μυστήριο – το γάμο- και τέλος ο εξαγιασμός του επιτυγχάνεται με την μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού.
Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει, το σώμα του γίνεται λείψανο. Τότε αυξάνει και οσεβασμός μας σ΄αυτό. Το λείψανο αποτελεί την ανάμνηση μιας ιερουργίας που μέσα του επιτελείτο – της σωτηρίας της ψυχής- και την υπόμνηση μιας άλλης που τώρα “αγνώστως” συνεχίζεται έξω από αυτό- της δόξης της ψυχής. Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά την “ετέρα μορφή του”(Μάρκ. ιστ΄12), την αναμόρφωσή του “εις το αρχαίον κάλλος”. Αυτή είναι η αιτία που η Εκκλησία προσεγγίζει το σώμα με ιδιαίτερο σεβασμό και αισθήματα ιερά. Δεν καίμε τους ναούς, πολλώ δε μάλλον τους έμψυχους ναούς.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι κάτι που δεν εγγίζεται και στο οποίο αρνούμεθα κάθε παρέμβαση. Το σώμα είναι το υποκείμενο στη φθορά στοιχείο του ανθρώπου Η φυσική φθορά είναι η ισχυρότερη ίσως υπόμνηση της πτωτικής μας φύσεως. Κάθε βίαιη κίνηση που συνηγορεί στη συρρίκνωσή του, προσβάλλει και την ψυχή. Για τον λόγο αυτό, στο σώμα παρεμβαίνουμε μόνο θεραπευτικά, αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς, όταν και όδο μπορούμε. Η διαδικασία της πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Την αναλαμβάνει μόνον ό Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο ίδιος προνοεί ή η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών. Αφήνει στη φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του.Όταν και η ΄φυση αρνείται την ολοσχερή διάλυσή του ανθρωπίνου σώματος, τότε η νομοθετημένη καύση του δεν είναι πράξη επιλήψιμης βίας;
Τα οστά υπαινίσσονται το σώμα έχουν μεν όλα μια ομοιότητα, αλλά έχουν και διαφορές. Άλλα είναι τα κοκαλάκια ενός μικρού παιδιού στη θέα τους και άλλα ενός ενήλικα. Άλλα ενός ανθρώπου και άλλα κάποιου ζώου. Όταν όμως καούν, η στάχτη εξομοιώνει τα πάντα. Και στην περίπτωση αυτή που διατηρείται και δεν σκορπίζεται, δεν διακρίνονται οι διαφορές έχουν εξαλειφθεί για πάντα. Μαζί με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έχει εξαφανιστεί και η εικόνα του ανθρώπου μόλις δςε σκορπιστούν και τα υπολείμματα της στάχτης,μαζί με τα ψήγματα του κοινωνικού σεβασμού, οριστικοποιείται και η διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας του. Ο υπαρκτικός θάνατος έχει προσυπογράψει τον φυσιολογικό.
Το υπόλειμμα του ανθρώπου δεν είναι η ισοπέδωση και η απουσία, αλλά η ταυτότητα και του είδους και του προσώπου και η παρουσία.Ο αγώνας να διατηρήσουμε τα οστά, τα λείψανα, ό,τι περισσότερο από τον άνθρωπο μπορούμε σ΄αυτόν τον κόσμο, ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρηθεί όσο περισσότερο γίνεται το πρόσωπό του στον άλλο. Ο σεβασμός μας στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή.
Οι νεκροί δεν είναι “πεθαμένοι” αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο “νεκροταφεία” και επιμένει στον όρο “κοιμητήρια”. Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλάτετελειωμένος (που έχει τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεως τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.
Η Εκκλησία δεν τιμά το σώμα και χωριστά την ψυχή, αλλά τον σύνδεσμο των δυό, τον άνθρωπο ως όλον. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα, που δεν μας την θυμίζει μόνο όταν λειτουργεί αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται – αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του,κάτι που δεν καταστρέφεται.
Η ψυχή ζει. Αυτό φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν ζωή όχι βιολογική βέβαια αλλά κάποιας μορφής πνευματική, που όμως διαπιστώνεται. Όταν έχουμε άτομα που η βίωσή τους της πνευματικής πραγματικότητος ήταν τόσο έντονη ώστε και από τότε που ζούσαν εν χρόνω την παχύτητα αυτού του κόσμου, αυτά να λειτουργούν στις συχνότητες του άλλου, τότε ο θάνατός τους είναι κοίμηση που αποτυπώνεται στα λείψανά τους. Είναι πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, διαρκώς επαληθευόμενη, ότι πλείστα όσα εξ αυτών εμφανίζουν ιδιάζουσα χάρι. Είναι γνωστό ότι συχνά τα λείψανα των αγιορειτών μοναχών αλλά και των άλλων εξαγιασμένων ανθρώπων που η ζωή τους τίμησε το σώμα και η ψυχή τους φανέρωσε μεγαλύτερη ευρωστία και ζωτικότητα από αυτό, διατηρούν μια εντυπωσιακή ευκαμψία για ώρες μετά θάνατον. Δεν κοκαλώνουν!
Αλλά και η αποδεδειγμένη ευωδία, το κέρινο χρώμα τους, η θαυματουργική χάρι τους ή η φυσική αφθαρσία ολόσωμων αγίων, στοιχεία ασυνήθη και φυσικώς ανεξήγυτα, είναι αναμενόμενα φαινόμενα της πνευματικής πραγματικότητος. Αυτά τα λείψανα, για την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και συνείδηση, αποτελούν περιουσία πολυτιμότερη και από τη διδασκαλία της θησαυρούς αναγκαιότερους και από τα σκεύη της. Στα λείψανα των μαρτύρων της εδράζονται οι άγιες τράπεζες της. Αν αυτά κάψει θα έχει ήδη θυσιάσει τα ιερά θυσιαστήριά της θαέχει καταστρέψει τα ζωτικά σπλάχνα της.
Η ψυχή υπάρχει, ζει και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά θάνατον.Βλέπει και μπορεί να αντικρύσει την καύση του. Άραγε θα την εγκρίνει; Η ίδια στην κατάσταση που είναι δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες ούτε και όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα.
Η ασέβεια επάνω της όμως φθείρει εμάς. Το ηθικό κριτήριο σε μιά τόσο καίρια απόφαση για την Εκκλησία είναι πνευματικό δεν έχει νακάνει με τις επιλογές μιας πεθαμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας που αρνείται την αθανασία της, αλλά με τις προτιμήσεις τηςαθάνατης ψυχής, της ψυχής που επιβεβαιώνει την αιωνιότητά της.
Αν μας ρωτούσαν πως θα προτιμούσαμε να φύγει απ΄αυτόν τον κόσμο κάποιος δικός μας:από εγκεφαλική αποπληξία, από καρδιακή ανακοπή, με παραμορφωτικά εγκαύματα, ή να αποτεφρωθεί από ανάφλεξη και πυρκαγιά, έχω την εντύπωση πως ο τραγικότερος τρόπος θα ομολογούσαμε πως είναι ο τελευταίος.
Είναι φυσικό στον άνθρωπο, όταν αποχαιρετά τον άνθρωπό του, να θέλει να αντικρύσει για τελευταία φορά την οικεία σ΄αυτόν όψη και όχι το αποτρόπαιο κατάντημά του σε απάνθρωπη, ανοίκεια και απρόσωπη στάχτη. Η λεπτή αγάπη των στιγμών εκείνων εκφράζεται ως ανάγκη να αγκαλιάσει κανείς, να φιλήσει, να χορτάσει το βλέμμα του, να εκδηλωθεί τρυφερά πάνω στο άψυχο σώμα. Αν μας πληγώνει η βία της φύσεως, πώς εμείς επιλέγουμε τη βία του αυτεξουσίου μας; Όταν κάτι είναι πολύτιμο και το χάνουμε, προσπαθούμε να κρατήσουμε όσο περισσότερο απ΄αυτό μπορούμε. Ποτέ δεν νομοθετούμε τη βίαιη μείωση του τελευταίου ανεκτίμητου υπολείμματός του.
Η απόφαση ότι δεν έχουμε χώρο στα κοιμητήριά μας ισοδυναμεί με προσβολή.Αν δεν έχουμε, να δημιουργήσουμε χώρο. Η αγάπη δημιουργεί και χώρο και προϋποθέσεις. Η χρηστική ανάγκη ποτέ δεν είναι ουσιαστική και πάντα πιστοποιεί τη στενότητα του καρδιακού χώρου.Η ανάγκη του σεβασμού είναι πολύ μεγαλύτερη γι΄αυτόν που τον εκχωρεί παρά γι΄αυτόν που αποδέχεται.
Ετσι που βαδίζει η κοινωνία μας δεν θα έχει μονον έλλλειψη χώρου, αλλά και ανθρώπους δεν θα βρίσκει για να θάψουν, ίσως και να κάψουν, τους νεκρούς της. Στο απέραντο γηροκομείο του “πολιτισμένου” κόσμου μας, όπου οι νέοι τείνουν να γίνουν πολύ λιγότεροι από τους ηλικιωμένους και οι γεννήσεις πολύ πιο σπάνιες από τους θανάτους, θα υπάρχουν νεκροί και όχι νεκροθάφτες.Αντί να ενδιαφέρεται η κοινωνία μας για την αρχή της ζωής, π.χ. το δημογραφικό πρόβλημα, υπεραπασχολείται με το τέλος, την καύση. Η ίδια νοοτροπία που αποφεύγει, τη γέννηση, δηλαδή τη ζωή, αυτή που απορρίπτει και τους γέρους, αυτή που προτείνει την ευθανασία, αυτή που η ίδια δεν αντέχει και τους νεκρούς αρνείται τη δημιουργία και επιλέγει την καύση. Αυτή υπογράφει το οριστικό τέλος του τέλους το τέλος του σκοπού το τέλος του ανθρώπου.
Αυτοί που αγνόησαν το δικαίωμα του ανθρώπου για το Θεό και πρόσβαλαν τα απαράγραπτα δικαιώματα του Θεού για τον άνθρωπο, αυτοί και μόνον μπορούν να επικαλούνται τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για να νομιμοποιήσουν την ασέβειά τους στον άνθρωπο.
Η καύση των νεκρών δεν είναι ατομικό δικαίωμα του νεκρού πλέον ανθρώπου. η διατήρηση του σώματός τους αποτελεί κοινωνική υποχρέωση σεβασμού και επιβιώσεως του προσώπου του. Είναι αδύνατο το θέλημα του ενός -και ας αποκαλείται αυτό δικαίωμα- να προσκρούει στην ανάγκη για σεβασμό του συνόλου. Δεν μπορεί να είναι δικαίωμα κάποιου να τον…κάψουμε εμείς! Το θέμα δεν είναι αν κάποιος επιθυμεί να καεί. είναι αν η κοινωνία θα δεχθεί να τον κάψει.
Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος. τον μηδενισμό της. Μια κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μια κοινωνία που καίει τους νεκρούς της, μια κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνηση της ζωής και την ενθύμηση των μελών της -αυτό είναι τα λείψανα- μια κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μια κοινωνία που αρνείται την πνοή του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή; Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν) ή όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν με κατασκευές αγαλμάτων και ψεύτικων ομοιωμάτων.
Φαίνεται πως το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού χωρίς Θεό, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπό, το αποτέλεσμα της σύγχυσης της αθεϊας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπου,η καύση και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύση των νεκρών οδηγεί στην καύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μια απλά χρηστική και καθόλου πειστική λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του σεβασμού της στη θεϊκότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου, πολλώ μάλλον του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της τιμώντας ταυτόχρονα και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο έλασσον. Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα. Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ’ όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Ο Αρχιμ. Νικόλαος (Χατζηνικολάου) είναι οικονόμος του Μετοχίου της Αναλήψεως, της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους και πρόεδρος της Επιτροπής Βιοηθικής της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ωφελεί να σκεφτόμαστε τις περασμένες αμαρτίες μας ή τις περασμένες επιτυχίες μας; Ωφελεί δηλαδή να σκεφτόμαστε το παρελθόν;

Το παρελθόν μας έχει ασφαλώς και θετικό και αρνητικό περιεχόμενο. Στη ζωή μας που πέρασε έχουμε και θετικές εμπειρίες, επιτυχίες στις προσπάθειες μας, νίκες στους πνευματικούς μας αγώνες. Έχουμε όμως και πτώσεις, αποτυχίες στην πάλη μας με το κακό, αμαρτήματα κάποτε σοβαρά, πού ταλαιπώρησαν την ψυχή μας. Πώς θα σταθούμε απέναντι σ’ όλα αυτά;
Για τα θετικά του παρελθόντος πρέπει να πούμε ότι είναι επικίνδυνο το να γυρίζουμε με τη μνήμη μας σ’ αυτά. Να θυμόμαστε τούς αγώνες που κάναμε, τις νίκες που σημειώσαμε, τις αρετές που καλλιεργήσαμε. Διότι τότε μπορεί να τα θυμόμαστε με καύχηση, να επαναπαυόμαστε σ’ αυτά και να μην προχωρούμε στα επόμενα, σ’ εκείνα που έχουμε χρέος να κάνουμε στη συνέχεια. Ο απόστολος Παύλος λέγει: «Εν δε, τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος κατά σκοπόν διώκω έτη το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού» (Φιλιπ. γ’ 14).
Δηλαδή: Ένα πράγμα με απασχολεί και γι’ αυτό φροντίζω: Όσα έγιναν στο παρελθόν και τα έχω αφήσει πίσω μου, τα λησμονώ. Απλώνομαι δε διαρκώς και σπεύδω προς αυτά πού βρίσκονται μπροστά μου και τα όποια πρέπει να εργασθώ. Και έτσι προχωρώ για να πετύχω το σκοπό μου, τρέχω για να πάρω το βραβείο που μας επιφυλάσσει η πρόσκληση μας προς τον ουρανό, όπου μας καλεί ο Θεός διά του Ιησού Χρίστου.
Να λοιπόν ότι πρέπει να ξεχνούμε το παρελθόν ως προς τα θετικά που πετύχαμε.
Για τα αρνητικά; 
Για τα λάθη μας, τις πτώσεις και τα αμαρτήματα μας;
Και αυτά δεν πρέπει πια να τα σκεπτόμαστε, εφόσον μετανοήσαμε, εφόσον εξομολογηθήκαμε την αμαρτία μας και πήραμε την άφεση. Ο Θεός τα έσβησε μέσα στον απέραντο ωκεανό του ελέους του,δεν τα θυμάται πλέον. Γιατί να τα θυμόμαστε εμείς; Γιατί να ξαναγυρνάμε σε τέτοιες δυσάρεστες και πικρές εμπειρίες του παρελθόντος, που η ανάμνηση τους μπορεί να βάζει και πάλι σε πειρασμό την ψυχή, ή και αν αυτό δεν συμβαίνει, μπορεί να την απελπίζει;
Ε, όχι! Μη γυρίζουμε ξανά στο αμαρτωλό παρελθόν μας. Τέλειωσαν αυτά. Νέα ζωή τώρα άρχισε, με χαρά να κάνουμε τον αγώνα μας, να προοδεύουμε στην αρετή, να ζούμε κατά το θέλημα του Θεού. «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα» (Β’ Κορ. ε’ 17). Όλα είναι καινούργια τώρα. Το αμαρτωλό παρελθόν δεν υπάρχει πια. Δεν υπάρχει ως ζωή αμαρτωλή, ως ένοχη, ως αιτία καταδίκης. Έτσι δεν πρέπει να το σκεπτόμαστε.
Το αμαρτωλό παρελθόν υπάρχει ως απόδειξη της αδυναμίας μας, που η συνειδητοποίηση της μας βοηθεί στην καλλιέργεια του πνεύματος της ταπεινοφροσύνης. Το αμαρτωλό παρελθόν υπάρχει ως κατάσταση θανατηφόρα, που όμως τη θεράπευσε το έλεος του Θεού και ή ανάμνηση της μας βοηθεί να στεκόμαστε με διαρκή ευγνωμοσύνη απέναντι στον οικτίρμονα και ελεήμονα Κύριο.
Η στροφή στο παρελθόν με τα αρνητικά του στοιχεία μπορεί να μας βοηθήσει μόνον όταν γίνεται με τέτοιο πνεύμα. Ό απόστολος Παύλος πολλές φορές τα σκέπτεται έτσι. Μέσα στις Επιστολές του κατηγορεί τον εαυτό του για την απαράδεκτη στάση του απέναντι της Εκκλησίας και των πιστών στα χρόνια που άνηκε στον χώρο του Ιουδαϊσμού. «Έδιωξα την εκκλησίαν του Θεού», λέγει (Α’ Κορ. ιε’ 9). Υπήρξα «βλάσφημος και διώκτης και υβριστής» (Α’ Τιμ. α’ 13). Αυτές οι δυσάρεστες αναμνήσεις τον κρατούν στην ταπείνωση. Ενώ λησμονεί τα κατορθώματα του παρελθόντος, για να μην επαίρεται και εφησυχάζει, φέρνει στο νου τα λάθη του, αναπολεί το παρελθόν τής αγνοίας του, για να ταπεινοφρονεί, να συντρίβεται και να ευγνωμονεί τον Θεό για το έλεος του και την αγάπη του.
Μόνον έτσι μπορούμε να σκεφθούμε το αρνητικό παρελθόν μας. Διαφορετικά δεν ωφελεί ούτε τις περασμένες αμαρτίες μας να φέρνουμε στο νου ούτε τα καλά που έχουμε κάμει. Εκείνο πού χρειάζεται και μας ωφελεί είναι να κοιτάμε μπροστά και να εκμεταλλευόμαστε με συστηματικό αγώνα τις πολλές ευκαιρίες του παρόντος.
επεξεργασία (Ορθ.Απαντ. 5/12/10), από το περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τεύχος 2012


http://orthodoxanswers.gr/
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

<< Αποφθέγματα >>