Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί Θείου Έρωτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί Θείου Έρωτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Ο Θείος έρως είναι η αγάπη για τον Θεό;


- Γέροντα, ο θείος έρως είναι η αγάπη για τον Θεό;

- Ο θείος έρως είναι κάτι ανώτερο από την αγάπη για τον Θεό. Είναι τρέλα. Αγάπη - έρως - τρέλα, όπως φθόνος-μίσος-φόνος. Η ακριβή αγάπη προς τον Θεό, με τις θυσίες της, γλυκοβράζει την καρδιά, και σαν τον ατμό πετιέται ο θείος έρως, ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατηθή, και ενώνεται με τον Θεό.

Ο θείος έρως λυγίζει τα σκληρά κόκκαλα και γίνονται τόσο μαλακά, που ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθή όρθιος, πέφτει κάτω! Γίνεται σαν την λαμπάδα που βρίσκεται σε θερμό χώρο και δεν μπορεί να σταθή όρθια. Πότε λυγίζει από εδώ, πότε λυγίζει από εκεί. Την σιάζεις, αλλά πάλι λυγίζει, πάλι πέφτει, γιατί είναι θερμός ο χώρος, πολύ θερμό... Όταν κανείς βρίσκεται σ' αυτήν την κατάσταση και πρέπη να πάη κάπου η να κάνη κάποια δουλειά, δεν μπορεί. Παλεύει, προσπαθεί να βγει από αυτήν την κατάσταση...

- Γέροντα, όταν βρίσκεται κανείς στην κατάσταση του θείου έρωτος, αν πονάη, το αισθάνεται;

- Ο πόνος, αν είναι πολύ δυνατός μετριάζεται και γίνεται υποφερτός. Αν είναι λίγος χάνεται. Βλέπεις όσοι είναι ερωτευμένοι, συνεπαίρνονται τελείως, ούτε ύπνος τους πιάνει. Μου έλεγε ένας μοναχός: "Γέροντα, ο αδελφός μου έχει ερωτευθή μια γύφτισσα, και ούτε να κοιμηθεί μπορεί. Συνέχεια "Παρασκευούλα μου, Παρασκευούλα μου" λέει. Μάγια του έχουν κάνει; δεν ξέρω! Εγώ τόσα χρόνια καλόγερος, δεν αγαπώ την Παναγία ούτε όσο αγαπάει ο αδελφός μου αυτή την γύφτισσα! Καθόλου να μη σκιρτάει η καρδιά μου!".

Δυστυχώς υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι που σκανδαλίζονται με την λέξη "θείος έρως". Δεν έχουν καταλάβει τι θα πη "θείος έρως" και θέλουν να βγάλουν την λέξη αυτή από τη Μηναία και από την Παρακλητική, γιατί λένε ότι σκανδαλίζει. Που φθάσαμε! Αντίθετα, οι κοσμικοί που έχουν ζήσει τον κοσμικό έρωτα, αν τους μιλήσεις για θείο έρωτα, αμέσως λένε : "Κάτι ανώτερο θα είναι αυτό". Πόσα παιδιά που γνώρισαν τον κοσμικό έρωτα τα φέρνω αμέσως σε λογαριασμό, όταν τους μιλώ για τον θείο έρωτα! "Εσείς πέσατε κάτω καμιά φορά από την αγάπη που νοιώσατε; τα ρωτάω, Νιώσατε ποτέ εσείς έτσι που να μην μπορείτε να κουνηθείτε, να μην μπορείτε να κάνετε τίποτε;". Αμέσως καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι κάτι ανώτερο και συνενοούμαστε. "Αν εμείς, λένε, από αυτό το κοσμικό κάτι νιώθουμε, φαντάσου τι θα είναι εκείνο το ουράνιο!".

- Πως μπορείς να παλαβώσης, Γέροντα, από την αγάπη του Θεού;

- Να συναναστρέφεσαι με... παλαβούς, να να σου μεταδώσουν την τρέλα τους την πνευματική! Θα εύχομαι να σε δω... θεότρελλη! Αμήν

Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα από την πνευματική τρέλα, η οποία προέρχεται από τον θείο έρωτα. Φθάνει τότε ο άνθρωπος στην θεία αφηρημάδα και δεν θέλει να σκέφτεται τίποτε εκτός από τον Θεό, τα θεία, τα πνευματικά, τα ουράνια. Ερωτευμένος πια θεϊκά, καίγεται εσωτερικά, γλυκά, και ξεσπάει εξωτερικά, παλαβά, μέσα στον θείο χώρο της σεμνότητος δοξολογώντας σαν άγγελος μέρα-νύχτα τον Θεό και Πλάστη του.

- Είναι έκστασις αυτό, Γέροντα;

- Ναι, είναι εκτός εαυτού τότε ο άνθρωπος, με την καλή έννοια. Αυτό είναι ....."έκστηθι φρίττων ουρανέ".

Η θεία τρέλα βγάζει τον άνθρωπο έξω από την έλξη της γης, τον ανεβάζει στον θρόνο του Θεού, και νιώθει πια ο άνθρωπος τον εαυτό του σαν το σκυλάκι στα πόδια του αφεντικού του και του γλείφει τα πόδια με χαρά και ευλάβεια.


Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Ε'

Η ζήτησι του Χριστού


Ερχόμαστε τώρα στο τρίτο και τελευταίο στοιχείο της πνευματικής ζωής, στην ζήτησι του Χριστού. Άναψε άραγε μέσα μας η φωτιά; Μήπως, ενώ βαπτισθήκαμε και διαλέξαμε τον Χριστόν, ενώ αρχίσαμε πνευματικά, τώρα συνεχίζωμε σαρκικά, παίζοντας έτσι κορώνα γράμματα το μέλλον μας; Η πνευματική ζωή χαρακτηρίζεται από μία έντασι ζητήσεως του Χριστού. Απαιτεί διαρκώς να τον σκεπτώμεθα και να τον ζητάμε. «Εμνήσθην του Θεού και ηυφράνθην», λέγει ο Ψαλμωδός(29). «Ζητείτέ με και ευρήσετέ με», λέγει ο Κύριος(30). Όταν τον ζητάμε, θα τον βρούμε και θα γεμίση η ζωή μας από ευφροσύνη.

Πολλά μας κρύβουν τον Χριστόν και πολλά μας απορροφούν, ώστε να μην μπορούμε να τον έχωμε διαρκώς ενώπιόν μας. Και τα ιερώτερα γεγονότα και πρόσωπα της ζωής μας μπορούν να γίνουν εμπόδια: το επάγγελμα, το σπίτι, τα παιδιά, ο άνδρας, η γυναίκα, τα πάντα. Είναι δύσκολες οι συνθήκες. Η πνευματική ζωή όμως είναι μία μάχη κατά την οποίαν πρέπει να έχωμε διαρκώς το βλέμμα μας εις τον Θεόν, να ζητάμε τον αρχηγό μας.
Θυμάμαι, όταν είχα πάει κάποτε στο Άγιον Όρος, μέσα σε έναν πυκνά δενδροφυτευμένο τόπο, βλέπω από μακριά κάποιον ασκητή, ο οποίος προχωρούσε ψάλλοντας. Ενώ έψαλλε, από ώρα σε ώρα έκανε μία βαθειά μετάνοια, προσκυνούσε, σηκωνόταν και πάλι προχωρούσε. Μου έκανε εντύπωσι. Ποιον άραγε προσκυνούσε; Τρέχω μέσα από τα δένδρα, τον φθάνω, τον σταματώ.
- Γέροντα, ποιόν προσκυνάς στον δρόμο;
- Μα, παιδί μου, δεν τον βλέπεις;
- Ποιόν;
- Τον Χριστόν. Τουλάχιστον, αν δεν τον βλεπης, δεν τον νοιώθεις ότι είναι μπροστά σου; μου απήντησε εκείνος.

Αγαπητοί μου, οι άνθρωποι έλεγαν παλαιότερα το όνομα του Χριστού ή το άκουγαν και βούρκωναν τα ματιά τους, άρπαζαν φωτιές τα στήθη τους, έπεφταν στα γόνατά τους. Εμείς γιατί; Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από σένα; Γιατί τόσο σπάνια σε ποθούμε; Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας, λέγει η Αγία Γραφή. Σαν να λέμε: Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει, πόσο αξίζει η ζωή σου για τον Χριστόν, για τον ουρανό; Όσο τον διψάς, όσο σε αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει.


ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης: "Περί Πνευματικής Ζωής"
ΙΕΡΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΟΡΜΥΛΙΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Η απόλαυση της παρουσίας Του


Αυτή μας η αγωνία γίνεται πάλι τώρα μία πνευματική απόλαυσις, όχι προμήνυμα, αλλά απόλαυσις της παρουσίας του τώρα, της εγγύτητός του τώρα. Αρχίζω να τον νοιώθω, ότι Αυτός είναι, αρχίζει να κτυπάη η καρδιά μου σαν να τον γνωρίζη.
--- Εσύ, λοιπόν, είσαι ο Θεός μου;
--- Εγώ είμαι, δεν με γνωρίζεις; Εγώ που σε γέννησα, εγώ που σε βάπτισα, εγώ που σε έκειρα καλόγηρο, εγώ που σ' απαντούσα, όταν προσευχόσουνα• και συ που μου έλεγες «Θεέ μου, Θεέ μου» και σε βοηθούσα και δεν με καταλάβαινες, και στην πραγματικότητα δεν ζητούσες εμένα. Εγώ, που κρυβόμουνα πίσω από την πείνα σου, πίσω από την δίψα σου, πίσω από τον ύπνο σου, πίσω από το γονάτισμά σου, πίσω από τις επιτυχίες σου, από τις αμαρτίες σου, από τα πάντα!

Ζεσταίνεται πιο πολύ ακόμα η καρδιά μου και ζητάω να τον αγκαλιάσω. Αλλά δεν μπορώ, πρέπει να μ' αγκαλιάση Εκείνος. Ποιος είμαι εγώ; Εγώ είμαι η απουσία Εκείνου. Φωνάζω! Τότε αρχίζω πλέον να τον ξεδιαλύνω. Αυτός πρέπει να είναι ο Θεός μου. Δεν είχαμε ξαναδεί τον Θεόν. Μα Αυτός είναι, δεν μπορεί! Είναι κάτι «ουκ ον» από όλα τα όντα. Είναι ο Ων! Ο μοναδικός και ανυπερβλήτως και πέραν παντός όντος, είναι ο αποκλειστικώς Ων. Νοιώθω τι σημαίνει ο ων ο υπάρχων. Είναι ο μόνος που υπάρχει. Καταλαβαίνω ότι τίποτε άλλο δεν υπάρχει από όλα που υπήρχαν, αλλά είναι αυτός, που δεν υπάρχει όπως υπάρχουν τα άλλα, είναι ο μοναδικός, λοιπόν, Αυτός, ο ουσιαστικώς υπάρχων, Είναι ο αΐδιος, είναι ο ατελεύτητος, και εγώ παίρνω πλέον θέσι μέσα στην ζωή του, μέσα στην ύπαρξί του, μέσα στην ιστορία του Θεού.

Από την ώρα αυτή, που θα ενωθώ ή δεν θα ενωθώ τελικώς με τον Θεόν, διότι ακόμη συνεχίζεται ο κίνδυνος -πέρασε η κρισιμότης η φοβερά του εγωισμού μου, τώρα προχωράμε εις τον στίβο τον πνευματικό- και πάλι μπορώ να αρνηθώ όμως τον Θεόν, διότι το εγώ χτυπήθηκε, αλλά υπάρχει μέσα μου.

Κατ' ολίγον τον ανακαλύπτω τον Θεόν. Τον γνωρίζω τον Θεόν. Αυτός είναι ο Θεός. Μου αρέσει ο Θεός. Ο Θεός μπαίνει μέσα μου τώρα. Πώς μπαίνει μέσα μου; Καταλαβαίνω τότε τι σημαίνει ότι ο Θεός είναι φως, ο Χριστός φως εκ φωτός και το Πνεύμα το Άγιον το «εν τω φωτί». «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φώς». Εν τω φωτί, τω πνεύματι ορώμεν το φως, ορώμεν τον Θεόν. Νοιώθομε τι σημαίνει φως ο Θεός, φως ο Πατήρ, φως ο Γιος, φως το Άγιον Πνεύμα, και αμέσως όλα αυτά που ήταν η σκιά του φωτός -στην ουσία ανύπαρκτα- φωτιζόμενα, χάνονται από μπροστά μας. Δεν εξαφανίζονται από μπροστά μας, χάνονται ενεργούντα. Γίνονται ανενέργητα. Κατακλύζονται από το φως. Η πάσα πτυχή φωτίζεται.
  

Ο αρπαγμός του νου

Επομένως, αρχίζω εγώ τώρα με την βούλησί μου να προσεύχωμαι εις τον Θεόν. Γι' αυτό χρειάζεται όλο το βουλητικό μου να στραφή και να κλωτσήση, να κάνη έτσι... εις όλα τα υπόλοιπα, να τα απεμπόληση, να τα διώξη, ώστε να κράτηση μόνον εκείνο το «Θεέ μου, Θεέ μου». Να ενωθή ο νους με την νόησι ή με την κλήσι του Θεού, για να μπορέση να ενωθή κατόπιν και με τον Θεόν. Εν συνεχεία, όταν προχωρήσω, νοιώθω ο νους μου κατά την προσευχή να αρπάζεται, αλλά αυτό γίνεται, όταν πια θα έχω αρχίσει να προσεύχωμαι.

Σας είπα, τώρα πολύ χονδρικά κάνω την αναδρομή. Ξεναγούμεθα, ας πούμε, πολύ καλά στο μοναστήρι. Όλα που έχει σας τα δείχνω και μετά, και τα είκοσι μοναστήρια σας τα λέγω εν περιλήψεί αυτό κάνομε τώρα.

Τελικώς, ο νους εις την προσευχή αρπάζεται, νοιώθετε να αρπάζεται είτε εν σώματι είτε εκτός σώματος, δεν μπορούμε να καταλαβαίνωμε, και να αναβαίνη όλος προς τον Θεόν νοιώθω να αρπάζεται, τουτέστι νοιώθω να εξέρχεται, νοιώθω να εκπορεύεται, νοιώθω να βγαίνη, να εκπηγάζη, να ανέρχεται, νοιώθω να πορεύεται, η προσευχή, ε; Η προσευχή «προς» -γι' αυτό και το όνομάζομε «αρπαγμό»- αρπάζεται από μέσα και αναβαίνει πλέον προς τον Θεόν αναβαίνει προς τον Θεόν αρπαγμένος τώρα ο νους, μέχρις ότου ενωθή τελικώς με τον αρπάξαντα Θεόν, για να γίνη τώρα ο Θεός αρπαγμένος εν εμοί. Διότι θα πρέπη ο αρπαγμένος νους να μάθη να ζη μαζί με τον Θεόν, αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνεται εκτός, πρέπει να γίνεται, όπως λέγαμε προηγουμένως, εντός.

Είναι υπέροχες οι στιγμές, που «προ ετών δεκατεσσάρων» ο Παύλος είχε δει να αρπάζεται ο νους του• ή ωραιότατες οι στιγμές, που αρπάζεται ο νους των αγίων. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι, εν εμοί να γίνεται αυτός, όχι ο αρπαγμός του νοός μου από την έλξι του Θεού, αλλά ο αρπαγμός του Θεού από τον νου μου, χάριτι πάλι θεία, μέσα στην δική μου την καρδιά.

Εις το διάστημα αυτό οράται ο άνθρωπος ως φλοξ, γίνεται φλογερά η ψυχή του και η ανάβασίς του. Ενίοτε δε, ως φλοξ γίνεται και αυτός ούτος, και φωτεινός γίνεται ο τόπος εις τον οποίον υπάρχει, και θεάται και αυτός ούτος συχνά πυκνά ως φως. Ο ίδιος εν τω μεταξύ βλέπει και καθορά το φως μέσα στην θεϊκή αυτή παρουσία — είναι ακριβώς η στιγμή της μυστικής ενώσεως με τον Θεόν και, επομένως, είναι μία πραγμάτωσις, είναι μία τελείωσις της προσευχής.

Η προσευχή έφθασε εις τον σκοπό της! Ξεκίνησε το καραβάκι από τον αρσανά μας και πήγε εκεί που θέλαμε να φθάσωμε. Μέχρι τώρα ήμασταν στον δρόμο. Εδώ είναι το τέρμα της προσευχής μας! Είναι ο αρπαγμός του Θεού, δια της δικής μου βουλήσεως εν Πνεύματι Αγίω εν τη καρδία μου. Ενούται τώρα ο νους μου και το πνεύμα μου μετά του Θεού, γίνομαι όλος -απορροφώμαι από την φλόγα, από το παμφάγο αυτό φως του Θεού, από την άβυσσο του ελέους του- σαν μία σταγών, η οποία απερροφήθη από τον ωκεανό• και έχω την αίσθησι της μυστικής μου ενώσεως μετά του Θεού, ο οποίος ήτο παρών δια της μυστηριακής, που λέγαμε αρχικώς, ζωής και έγινε προσωπικά μεθεκτός και έγινα μέτοχος της ζωής του και έγινε μέτοχος της υποστάσεώς μου, της φύσεως μου, έγινε ο Θεός ένα με έμενα εις το σημείο αυτό. Οπότε, έχω πλέον αυτήν την ένωσι.

Η είσοδος του Θεού στην καρδιά μας



Τώρα αρχίζω να ζητάω το Πνεύμα του Θεού. Τώρα αμέσως εισβάλλει το Πνεύμα μέσα στην καρδιά μου. Έρχεται το Πνεύμα. Το Πνεύμα• δηλαδή, τι σημαίνει «το Πνεύμα»; Μα το Πνεύμα είναι πανταχού παρόν. Δεν υπήρχε το Πνεύμα πριν; «Εξαποστελείς το πνεύμα σου, και κτισθήσονται»• όταν όμως λίγο αποστρέψης το πρόσωπό σου, τουτέστι το Πνεύμα σου, την παρουσία σου, τα πάντα αμέσως σκοτεινιάζουν, κρημνίζονται, απόλλυνται, συντρίβονται. Πέφτουν μέσα στην άβυσσο της ανυπαρξίας.

Το Πνεύμα τώρα αρχίζει να υποδηλοί τον εαυτόν του, να κράζη «αββά ο πατήρ», τουτέστι να μας αποκαλύπτη την ταυτότητά του με τον Πατέρα. Ενεργεί πλέον ο Υιός εν Αγίω Πνεύματι, το οποίον κινείται εν τη Εκκλησία, για να μαρτυρήση τον Πατέρα. Μπορείτε τώρα να ερμηνεύσετε όλα τα χωρία της Γραφής, που έχουν αυτές τις κινήσεις της Αγίας Τριάδος, τις οικονομικές κινήσεις της Τριάδος μέσα εις την ζωή μας.

Αρχίζει, λοιπόν, μυστικά το Πνεύμα το Άγιον να μας αποκαλύπτη τον Πατέρα, την ταυτότητά του με τον Πατέρα, και έχομε πλέον την αίσθησι του συνόντος και συνιόντος εν ημίν Υιού, του ερχομένου Χριστού. Και αμέσως τότε πάσχομέν τι καινόν βίωμα, το οποίον το αγνοούσαμε μέχρι τώρα. Ποιο βίωμα είναι αυτό; Το βίωμα μιας καινούργιας αγωνίας πνευματικής.

Όταν είσαι μέσα στο σκοτάδι και σου φαίνεται σαν μια σκιά να μπαίνη μέσα, κάνεις εσύ αμέσως έτσι και αγωνιάς, τι είναι αυτό; Όταν ακούσης απότομο θόρυβο, πας ν' ακούσης τι πράγμα είναι, τα χάνεις! Ένα τέτοιο πράγμα. Ακούς την φωνή του Θεού, έχεις την αίσθησι της παρουσίας του, ξαφνιάζεσαι πρώτα απ' όλα, αγωνιάς, τι είναι αυτό; Θεός; Σατανάς; Πάθος, προβολή του εγωισμού μου; Τι πράγμα είναι αυτό; Επειδή ευρισκόμεθα τώρα εις πνευματικά ίχνη, θα τα πω πολύ σύντομα, πολύ αδρά, πολύ χονδρικά, ας το πούμε έτσι, χωρίς να αναλύσω κανέν βίωμα. Μέχρι τώρα είχαμε της ψυχής μας τα βιώματα, για να φθάση να μπορή να προσευχηθή. Από εδώ και εξής πλέον μπαίνομε εις την προσευχή την εκζητούσαν τον Θεόν. Ακόμη δεν ήρχισε ο διάλογος, δεν ήρχισε ακόμη η ευχή, δεν ήρχισε ουσιαστικά η επικοινωνία με τον Θεόν. Μετά από αυτά που θα πούμε τώρα, γίνεται αυτό.

Αρχίζει, λοιπόν, αυτή η αγωνία της ψυχής μας τότε!
--Ποίος είσαι; Τι είσαι συ και με κάνεις και φοβάμαι; σαν να λέγη η ψυχή μου.
Τα λέγω χονδρικώς. Στην αρχή μας κρύβεται Αυτός — πώς καμιά φορά παίζομε εμείς
με κάποιον πίσω από ένα δένδρο και του κλείνομε τα μάτια και του λέμε:
--- Ποιος είμαι;
--- Είσαι ο τάδε.
--- Όχι! λέγω εγώ.
--- Είσαι ο τάδε.
--- Όχι!
--- Είσαι ο δείνα.
--- Ναι! Και του ανοίγω τα μάτια και τον αγκαλιάζω.
Κάτι τέτοιο επακριβώς έχομε, ζούμε μέσα εις την ψυχή μας, εις την έκτασι αυτής μας της προσευχής. Έχομε, λοιπόν, εμείς την αγωνία μας και μας κρύβεται ο Θεός, σαν να μας παίζη. Και του φωνάζω πάλι με πιο πολύ κτύπο:
--- Τι παίζεις μαζί μου; Ποιος είσαι; Πες μου τι γυρεύεις.
Μα, θα μας πή το Πνεύμα:
--- Εσύ με φωνάζεις τόσα χρόνια και τώρα μου λες τι γυρεύω;
Αρχίζω πιο πολύ να καταλαβαίνω τι ζητούσα, τι φώναζα, τι γύρευα, γιατί ζω! Λέμε καμιά φορά, «ούτε ξέρομε γιατί ζούμε». Μα πραγματικά δεν ξέρομε γιατί ζούμε. Άμα δεν μας το διδάξη ο Θεός, δεν μπορούμε να το καταλάβωμε.
--- Ποιος είσαι συ; του λέμε ύστερα.
--- Εγώ είμαι ο Θεός!
Αλλά ακόμα μέσα στα πάθη μας, όπως είμαστε, σκύβομε, κοιτάζομε, κάνομε τα μάτια μας έτσι να φύγουν οι τσίμπλες, να καθαρισθούν. Τα ανοίγομε, τον κοιτάζομε γερά, καλά καλά. Μας πλησιάζει και Αυτός σιγά σιγά. Καθαρευόμεθα εμείς, καθαρίζει και Εκείνος τον εαυτόν του, τα σύννεφα, τον γνόφο. Καθαρίζει τον γνόφο μου, τον ανοίγει κάπως, για να γίνη ορατός από ημάς.

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης:


Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Και ή αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν το Θεό. Εν Πνεύματι 'Αγίω οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούνε τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στο Θεό. Ζούμε στη γη και δεν βλέπουμε το Θεό, δεν μπορούμε να Τον δούμε. Άλλα σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε το Θεό, όπως Τον είδε ο άγιος Στέφανος (Πράξ. 7:55-56). Η ψυχή και ο νους αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Αυτός είναι ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2:25-32). Έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Τον υπέδειξε στους ανθρώπους. Και στον ουρανό και στη γη, ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη. Και τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό και πόσο πολύ μας αγαπάει. Ακόμα κι αν διαβάζουμε πώς μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γι' αυτά μόνο με το νου, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Χρίστου. Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με εν
άργεια και αισθητά την αγάπη· τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο.
...
Όποιος δεν γνωρίζει τη χάρη, δεν την επιζητεί. Οι άνθρωποι προσκολλήθηκαν στη γη, γι' αυτό. Οι πιο πολλοί δεν ξέρουν πώς τίποτα το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα του Άγιου Πνεύματος.
...
Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Πολλοί πρίγκιπες και άρχοντες εγκατέλειψαν τους θρόνους τους, όταν γνώρισαν την αγάπη του Θεού. Κι αυτό είναι ευνόητο, γιατί ή αγάπη του Θεού είναι φλογερή. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ή χαρά της ψυχής φτάνει ως τα δάκρυα, και τίποτα επίγειο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της.
...
Όποιος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον. Η θύμηση του Θεού γεννάει την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε και δεν θα προσεύχεσαι και χωρίς την προσευχή, δεν θα παραμείνει ή ψυχή στην αγάπη του Θεού, γιατί η χάρη του Άγιου Πνεύματος έρχεται με την προσευχή.


"Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ - ΟΣΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ"
Από: "Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ" της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής.

Άγιος Νικήτας Στηθάτος:

περί Θείου Έρωτος......


37. Ψυχή πού πληγώθηκε βαθιά από τον ερωτα του Θεού, αφού γεύθηκε τις νοητές δωρεές της γλυκύτητάς Του, δεν μπορεί να μένει στον εαυτό της η στην ίδια κατάσταση και να μην επεκτείνεται στις ουράνιες αναβάσεις. Γιατί όσο προχωρεί με τη βοήθεια του Πνεύματος σε διαδοχικές αναβάσεις και όσο εισχωρεί στα βάθη του Θεού, τόσο πυρπολείται από τη φωτιά της επιθυμίας και τόσο ερευνά το μέγεθος των ακόμη βαθύτερων μυστηρίων του Θεού και βιάζεται να πλησιάσει το μακάριο φως όπου σταματά κάθε άπλωμα του νου, για να ολοκληρώσει εκεί την πορεία της με ευφροσύνη καρδιάς.

38. Όταν γίνει κανείς μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, και γνωρίσει την επιφοίτησή Του με κάποια ανέκφραστη μέσα του ενέργεια και ευωδία, ώστε η ευωδία να περνα και στην επιφάνεια του σώματος, τότε δεν υποφέρει στο εξής να μένει στα ορια της φύσεως. Αλλά επειδή έχει υποστει την καλή αλλοίωση με ενέργεια του Υψίστου, λησμονει την τροφή, τον υπνο, ξεπερνα τα σωματικά, περιφρονει τη σωματική ανάπαυση• όλη την ημέρα, ενώ βρίσκεται σε κόπους και αγωνες ασκητικούς, δεν αισθάνεται κανένα κόπο η φυσική ανάγκη, πείνα, δίψα, υπνο }η τις αλλες ανάγκες της φύσεως. Γιατί έχει χυθει αόρατα η αγάπη του Θεού με ανέκφραστη χαρά μέσα στην καρδιά του. Και όλη τη νύχτα, παραμένοντας σε πύρινο φωτισμό, εργάζεται τη νοερή εργασία με σωματικά γυμνάσματα, και απολαμβάνει το αθάνατο συμπόσιο των αθανάτων φυτων του νοητου Παραδείσου. Σ΄ αυτόν και ο Παύλος αφού υψώθηκε, ακουσε αρρητα ρήματα, τα όποια δεν επιτρέπεται να τα ακούσει άνθρωπος πού είναι ακόμη προσκολλημένος εμπαθως στα ορατά.


39. Το σώμα, όταν μια φορά πυρωθει στη φωτιά της ασκήσεως και βαφει στο νερό των δακρύων, δεν αμβλύνεται πια από τούς κόπους, γιατί καταπαύει τούς πολλούς αγωνες, επειδή εγινε ανώτερο από την πρακτική ασκηση. Αλλά αφού δεχτει μέσα του γαλήνη και σιωπή ειρήνης, γεμίζει μαλλον από μια άλλη δύναμη, άλλη ευτονία, άλλη ισχύ του Πνεύματος. Όταν τέτοιο σώμα αποκτήσει συνεργό η ψυχή και δει την κατάστασή του ότι είναι ανώτερη από τη σωματική ασκηση, αλλάζει τις φυσικές της κινήσεις και τις στρέφει σε νοητούς αγωνες και, εργαζόμενη με δύναμη τη νοερή εργασία, φυλάει για τον εαυτό της τούς καρπούς των αθανάτων φυτων μέσα στο νοητό Παράδεισο. Απ΄ όπου σαν ποταμοί τρέχουν οι πηγές των θεοπρεπων νοημάτων και μέσα στον οποιο βρίσκεται το δένδρο της γνώσεως του Θεού, πού παράγει καρπούς σοφίας, χαρας, ειρήνης, χρηστότητας, αγαθοσύνης, μακροθυμίας και ανέκφραστης αγάπης. Και καθώς έτσι εργάζεται με σπουδή και έτσι φυλάει, απομακρύνεται από το σώμα και εισδύει στο γνόφο της θεολογίας. Φεύγει με την εκσταση απ΄ όλα, επειδή δεν την κρατάει τίποτε από τα ορατά, και αφού ενωθει με το Θεό, σταματα ν΄ αγωνίζεται και να ποθει.


Από το βιβλίο: "ΒΙΒΛΙΟΚΑΛΙΑ - ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ"






Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Άγιος Μάξιμος στον "Περί Αγάπης Λόγο"


"1. Η αγάπη είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, η οποία την κάνει να μην προτιμά κανένα από τα όντα περισσότερο από τη γνώση του Θεού. Είναι όμως αδύνατο να φτάσει ν΄ αποκτήσει σταθερά αυτή την αγάπη όποιος έχει κάποια εμπαθή κλίση σε κάτι από τα γήινα.
2. Την αγάπη τη γεννά η απάθεια• την απάθεια τη γεννά η ελπίδα στο Θεό• την ελπίδα, η υπομονή και η μακροθυμία. Αυτές τις γεννά η καθολική εγκράτεια• την εγκράτεια, ο φόβος του Θεού• τον φόβο του Θεού τον γεννά η πίστη.
3. ΄Εκείνος πού πιστεύει στον Κύριο, φοβάται την κόλαση. Κι εκείνος πού φοβάται την κόλαση, εγκρατεύεται από τα πάθη. Εκείνος πού εγκρατεύεται από τα πάθη, υπομένει όσα τον θλίβουν. Εκείνος πού υπομένει όσα θλίβουν, θα αποκτήσει την ελπίδα στο Θεό. Η ελπίδα στο Θεό απομακρύνει το νου από κάθε εμπαθή κλίση προς τα γήινα. Και όταν χωριστεί από αυτήν ο νους, θα αποκτήσει την αγάπη προς το Θεό.
4. Εκείνος πού αγαπά το Θεό πάνω απ΄ όλα τα κτίσματά Του προτιμά τη γνώση Του κι αδιάλειπτα με πόθο την προσμένει.
5. Αν όλα τα όντα έγιναν από το Θεό και για το Θεό, και ο Θεός είναι καλύτερος από τα δημιουργήματά Του, εκείνος πού εγκαταλείπει το Θεό και στρέφεται στα χειρότερα, φανερώνεται ότι προτιμά περισσότερο τα δημιουργήματα από το Θεό.
6. Εκείνος πού έχει προσηλωμένο το νου του στην αγάπη του Θεού, καταφρονεί όλα τα ορατά, και το σώμα του ακόμη, σαν να είναι ξένο.
7. Αφού η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα, και ασυγκρίτως ανώτερος από τον κόσμο ο Δημιουργός Θεός, εκείνος πού προτιμά το σώμα από την ψυχή και τον κόσμο από το Θεό πού τον δημιούργησε, αυτός δε διαφέρει διόλου από αυτούς πού λατρεύουν τα είδωλα.
8. Εκείνος πού χώρισε το νου του από την αγάπη του Θεού και τη θεωρία, και τον έχει δεμένο σε κάποιο από τα αισθητά, αυτός είναι πού προτιμά το σώμα από την ψυχή και τα κτίσματα από τον Θεό πού τα δημιούργησε.
9. Αν η ζωή του νου είναι ο φωτισμός πού δίνει η πνευματική γνώση, κι αυτόν τον γεννά η αγάπη προς το Θεό, ορθά έχει λεχθεί πώς δεν είναι τίποτε πιο μεγάλο από τη θεία αγάπη.
10. Όταν με τον έρωτα της αγάπης ο νους μεταβαίνει προς το Θεό, τότε δεν έχει διόλου αίσθηση για κανένα από τα κτίσματα. Καθώς καταφωτίζεται από το θειο και άπειρο φως, γίνεται αναίσθητος για όλα τα κτίσματα, όπως τα μάτια δεν βλέπουν τα άστρα όταν ανατέλλει ο ήλιος.
11. Όλες οι αρετές βοηθούν το νου για να αποκτήσει το θειο έρωτα, περισσότερο όμως απ΄ όλες η καθαρή προσευχή. Γιατί με αυτήν ο νους παίρνει φτερά και πετά προς το Θεό, και βγαίνει έξω από όλα τα όντα.
12. Όταν ο νους αρπαχθεί μέσω της αγάπης από τη θεία γνώση, και αφού βρεθεί έξω από τα όντα, αισθάνεται την απειρία του Θεού• τότε, όπως συνέβη στον Ησαΐα, από την έκπληξη έρχεται σε συναίσθηση της μηδαμινότητάς του και λέει με κατάνυξη τα λόγια του προφήτη: « Ω εγώ, ο άθλιος, τι συντριβή νιώθω! Εγώ, ένας άνθρωπος πού έχω χείλη ακάθαρτα, και ανάμεσα σε λαό πού έχει χείλη ακάθαρτα κατοικώ, είδα με τα μάτια μου τον Βασιλέα, τον Κύριο Σαββαώθ».

13. Όποιος αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του, αν και τον δυσαρεστούν τα πάθη εκείνων πού δεν έχουν ακόμη καθαριστεί. Γι΄ αυτό και χαίρεται με αμέτρητη και ανέκφραστη χαρά για τη διόρθωσή τους.
...
73. Άκουσε τι λένε εκείνοι πού αξιωθήκανε να έχουν την τέλεια αγάπη: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη η στενοχώρια η διωγμός η γυμνότητα η κίνδυνος η μάχαιρα; Καθώς λέει η Γραφή, για χάρη Σου θανατωνόμαστε όλη την ημέρα• θεωρηθήκαμε ως πρόβατα για σφαγή. Αλλά σ΄ όλα τούτα βγαίνομε νικητές με τη βοήθεια Εκείνου πού μας αγάπησε. Πιστεύω απόλυτα ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε άγγελοι, ούτε Αρχές, ούτε Δυνάμεις, ούτε τωρινά, ούτε μελλοντικά, ούτε ύψωμα, ούτε βάθος, ούτε καμιά άλλη κτίση θα μπορέσει να μας χωρίσει από την αγάπη του Θεού πού εκδηλώνεται με τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

<< Αποφθέγματα >>